Σκέψεις για την στρατηγική της Μεταρρυθμιστικής (Κεντρο-) Αριστεράς: Μέρος 1. Μεταρρυθμιστική συγκυρία και δομικές αλλαγές, του Θεόδωρου Ν. Τσέκου*

Για να ξεκινήσουμε τον διάλογο προς την Συνδιάσκεψη των “Κινήσεων Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία”… :

1. Οι εξαγγελλόμενες μεταρρυθμίσεις.

Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας ανήλθε στις 8 Ιουλίου στην εξουσία με μιά καθαρή εντολή του εκλογικού σώματος, έχοντας προεκλογικά προτείνει και μετεκλογικά εξαγγείλει, με τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εμπίπτουν σε ένα ευρύ φάσμα δημοσίων πολιτικών και αγγίζουν πολλά προβλήματα διαφορετικής φύσης και τάξης όπως η εύρυθμη λειτουργία των Πανεπιστημίων, η ευταξία και η ασφάλεια στα μεγάλα αστικά κέντρα, η ενίσχυση της ανάπτυξης και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των μεσαίων εισοδημάτων και των επιχειρήσεων, τo “επιτελικό κράτος” και η ψηφιακή αναδιοργάνωση του δημοσίου, η αντιμετώπιση διαχειριστικών προβλημάτων και προβλημάτων ρευστότητας σε μεγάλες δημοσίου χαρακτήρα επιχειρήσεις όπως η ΔΕΗ, ζητήματα εναλλακτικής χρηματοδότησης αλλά και επιτάχυνσης της απονομής συντάξεων και πολλά άλλα. Όλα τούτα συνιστούν ασφαλώς σημειακές παρεμβάσεις σε επί μέρους τομείς πολιτικής. Άλλες εξ αυτών επιχειρούν να αντιμετωπίσουν χρόνια προβλήματα και εκκρεμή ζητήματα επί των οποίων έχουν δημιουργηθεί ευρύτερες συναινέσεις στην ελληνική κοινωνία, ενώ άλλες αποτυπώνουν τις ιδιαίτερες πολιτικές προτεραιότητες ενός οικονομικά φιλελεύθερου κόμματος. Πρόκειται κατά βάση για ένα πρόγραμμα βραχυ-μεσοπρόθεσμων αλλαγών και όχι μακροπρόθεσμων δομικών μεταρρυθμίσεων. Είναι ασφαλώς αναμενόμενο ένα κυβερνητικό πρόγραμμα, ακόμη και αν διέπεται από μεταρρυθμιστικό πνεύμα, να συγκροτείται ως άθροισμα προτεραιοτήτων άμεσης διακυβέρνησης και όχι ως στρατηγικό σχέδιο μακροπρόθεσμων αλλαγών – που πιθανόν να υποφώσκουν σε επί μέρους πεδία πολιτικής αλλά δεν εμφανίζονται ως συγκροτημένη συνολική στρατηγική.

    1. Οι πολιτικές της απελθούσας κυβέρνησης.

Αντιστοίχως το απελθόν κυβερνητικό κόμμα κατά την πενταετή διακυβέρνησή του εισήγαγε σειρά πολιτικών και ρυθμίσεων οι περισσότερες εκ των οποίων, και ιδίως όσες αφορούσαν τα δημοσιονομικά και την διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, προήλθαν από τις δεσμεύσεις της χώρας στα πλαίσια του δανειακού προγράμματος και καθ’ ομολογία των ιδίων των τότε κυβερνώντων δεν εντάσσονταν στο πολιτικό πρόγραμμά τους. Μιά άλλη ομάδα παρεμβάσεων, πρωτίστως εκείνες που αφορούσαν τα δικαιώματα, τις αναδιανεμητικές πολιτικές και την ισότητα ευκαιριών, προέρχονταν από το πολιτικό οπλοστάσιο και απηχούσαν τις προτεραιότητες της ριζοσπαστικής αριστεράς. Και πάλι επρόκειτο για παρεμβάσεις ποικίλες και σημειακές που πόρρω απήχαν από το να συγκροτούν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ριζοσπαστικής πολιτικής μεταβολής, όπως θα αναμενόταν από ένα αντίστοιχο κόμμα .

    1. Μεταξύ της φιλελεύθερης πεπατημένης και της αριστερής αμηχανίας …

Επιχειρώντας μια πρώτη σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών “κυβερνητικών αφηγημάτων” θα μπορούσε κανείς να πει ότι, πίσω από τις δεσμεύσεις της συγκυρίας και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας διακρίνεται εμφανώς ότι το μεν πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας εδράζεται στις πάγιες θέσεις του διεθνούς και ευρωπαϊκού (: κοινωνική οικονομία της αγοράς) οικονομικού (κυρίως) φιλελευθερισμού. Αντίθετα, το κυβερνητικό αφήγημα του Σύριζα (αλλά και η αντίστοιχη πρακτική, αφού εκείνος ολοκλήρωσε μια κυβερνητική θητεία) δεν μοιάζει να υποστηρίζονται από μια συνεκτική ιδεολογική πλατφόρμα. Αναμενόμενο ασφαλώς αφού το μίγμα λενινισμού, εαμικού λαϊκο-πατριωτισμού και κινηματικής ελευθεριακότητας που επιχειρήθηκε να αξιοποιηθούν ως ιδεολογικό πλαίσιο που θα συνείχε τις διάφορες συστατικές οντότητες του κόμματος δεν οριοθετεί τίποτα περισσότερο από μιά ιδεολογική αμηχανία. Και βεβαίως αδυνατεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει αξιακά την εκτενώς πασοκογενή εκλογική βάση του κόμματος που βλέπει στον Σύριζα απλώς μια μετεξέλιξη του ριζοσπαστικού ΠΑΣΟΚ. Ούτε όμως και την νέα γενιά που ελκύεται εκλογικά από τα ηλικιακά και επικοινωνιακά χαρακτηριστικά του νεοπαγούς κόμματος και όχι από την συγκεχυμένη και ανεπεξέργαστη ιδεολογία του.

    1. …τα αδιέξοδα της σοσιαλδημοκρατίας.

Και η κεντρο-αριστερά; Καταβάλλοντας εκλογικά το τίμημα της πολυετούς διακυβέρνησης της χώρας και της ασταθούς και αβαθούς ευημερίας που απέληξε στην κατάρρευση του 2009-10, το ΠΑΣΟΚ απώλεσε την δεσπόζουσα θέση του στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Συνέβαλαν σε αυτό συγκυριακά γεγονότα πολιτικής τακτικής όπως η έγκαιρη αποχώρηση της Νέας Δημοκρατίας από την εξουσία το 2009 που άφησε την ωρολογιακή βόμβα της χρεωκοπίας να εκραγεί στα κυβερνητικά χέρια του ΠΑΣΟΚ. Συνέβαλαν επίσης χαρακτηριολογικά στοιχεία όπως το ότι το πολιτικό ακροατήριο της κεντρο-αριστεράς περιελάμβανε περισσότερους “μη προνομιούχους” που προσελκύστηκαν ευκολότερα από τον όμορο Σύριζα [που ήδη το 2014, σύμφωνα με δημοσκόπηση της εποχής, γίνονταν αντιληπτός από τα στρώματα αυτά ως κεντρο-αριστερό κόμμα (!)] σε αντίθεση με την ΝΔ που οι απώλειές της προς τους “ιδιόμορφους” σχηματισμούς στα δεξιά της (ΧΑ , ΑΝΕΛ) ήταν πιό περιορισμένες.

Αυτά ωστόσο είναι χαρακτηριστικά της συγκυρίας που προκάλεσε την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ , φαινόμενο που γέννησε τον όρο “Πασοκοποίηση” (pasokification) και που εκδηλώθηκε και στην περίπτωση του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος το οποίο επίσης κατέρρευσε μετά την διακυβέρνηση Ολάντ, υφιστάμενο όμως απώλειες κυρίως προς τα δεξιά του, με την εμφάνιση του Μακρόν και πολύ λιγότερο προς τον Μελανσόν στα αριστερά του. Η ουσία όμως, που συμπαρασύρει επίσης τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες και τους Άγγλους εργατικούς έγκειται στο ότι η ευρωπαϊκή κεντρο-αριστερά έχασε την πολιτική της ηγεμονία στα μεσαία και τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα αδυνατώντας να αρθρώσει ένα εναλλακτικό και σύγχρονο αναπτυξιακό και ταυτόχρονα κοινωνικό αφήγημα κατ’ αναλογία εκείνου που της είχε προσδώσει ισχύ την μεσοπολεμική και την μεταπολεμική περίοδο. Στην πραγματικότητα η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν αρθρώνει εδώ και πολλά χρόνια κανενός είδους πολιτικό αφήγημα. Το ΠΑΣΟΚ αντικατέστησε σταδιακά τον ιδεολογικό του λόγο με ένα σύνολο διαχειριστικών εξαγγελιών και απολογισμών, ακολουθώντας την καταστροφική πορεία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας η οποία την περίοδο των Σρέντερ και Μπλαίρ θυσίασε στο βωμό των πρόσκαιρων εκλογικών επιτυχιών του Τρίτου Δρόμου και του Κέντρου το ιδεολογικό στίγμα που την διαφοροποιούσε ιστορικά από τον συντηρητικό χώρο. Ήταν η περίοδος που ο κομματικός λόγος του ΠΑΣΟΚ συγχεόταν με τις ανακοινώσεις των υπουργών του και τα πολιτικά κείμενα των Ευρωπαίων Δημοκρατών και Σοσιαλιστών με τις Πράσινες και Λευκές Βίβλους της Κομισιόν.

    1. Απαιτούνται δομικές αλλαγές και όχι συγκυριακές παρεμβάσεις.

Ως αποτέλεσμα, ενώ γίνεται πολλαπλά προφανές και αισθητό ότι η τεχνολογία, η οικονομία, οι κοινωνίες αλλά και τα οικο-συστήματα μεταβάλλονται με ραγδαίους ρυθμούς, το πολιτικό σύστημα , και ειδικότερα οι συνιστώσες του από το κέντρο προς τα αριστερά του ιδεολογικού φάσματος, προσπαθούν να διαχειριστούν τις ανατρεπτικές αυτές αλλαγές με εργαλεία παρωχημένα και ανεπαρκή. Ασκώντας πολιτικές μερικές και ασύνδετες. Επιχειρώντας μεταρρυθμίσεις σημειακές και συγκυριακές και όχι δομικές.

    1. και βεβαίως να αποφύγουμε την παγίδα του ελληνικού “εξεψιοναλισμού”.

Προς ολοκλήρωση της εισαγωγικής αυτής εικόνας απαιτείται ένα σχόλιο για το ζήτημα του ελληνικού εξαιρετισμού (εξεψιοναλισμού) που διαπνέει, κατά το μάλλον ή ήττον εκτενώς, τις (θεσμικές-πχ κομματικά κείμενα αλλά και ανεξάρτητες) αναλύσεις για την ελληνική οικονομικο-κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε οικονομικό-κοινωνικού σχηματισμού και του πολιτικο-διοικητικού του συστήματος πρέπει ασφαλώς να λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν σε κάθε απόπειρα κατανόησης της πραγματικότητας και παρέμβασης σε αυτήν. Ωστόσο δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι συνθήκες διεθνούς -και πολύ περισσότερο ευρωπαϊκής – ολοκλήρωσης έχουν στις μέρες μας ενταθεί. Η περιβαλλοντική και οικονομική αλληλεξάρτηση των εθνικών κρατών αλλά των περιφερειακών συστημάτων είναι ισχυρότατη. Το ίδιο ισχύει , σε πιο περιορισμένη έκταση, και με το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Η διεθνής διάχυση των μαζικών life-styles αλλά και η συγκλίνουσα εκλογική συμπεριφορά των οικονομικά μεσαίων και αδύναμων στρωμάτων (ανάδειξη ΛεΠέν, Όρμπαν, Φάρατζ, Μπολσονάρο, Τραμπ κλπ) το αποδεικνύουν. Τα τεκταινόμενα λοιπόν σε εθνικό επίπεδο είναι σε μεγάλο βαθμό εθνικές εκφάνσεις διεθνών δυναμικών. Το ίδιο συνέβαινε άλλωστε και στο παρελθόν. Το ίδιο συμβαίνει με ακόμα μεγαλύτερη ένταση σήμερα.

Κατ’ αυτή την έννοια και οι ελληνικές ιδιαιτερότητες πρέπει ασφαλώς να καταγράφονται και να συνυπολογίζονται χωρίς όμως να μετατρέπονται σε εξεψιοναλιστικές συνθήκες. Να μην εκτρέπονται δηλαδή σε ένα αφήγημα που επιχειρεί να ερμηνεύσει τα εν Ελλάδι συμβαίνοντα ως αποκλειστικά και μοναδικά και την ελληνική κοινωνία και οικονομία ως ιστορικά ξεχωριστές περιπτώσεις ουδεμία σχέση έχουσες με το διεθνές και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και τις ευρύτερες δυναμικές τους. Μιά τέτοια προσέγγιση μειώνει την ικανότητα κατανόησης και διορθωτικής παρέμβασης στα κακώς κείμενα. Περιορίζει την άσκηση ουσιαστικών και αποτελεσματικών μεταρρυθμιστικών πολιτικών προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας και ιδίως των πλέον αδυνάμων τμημάτων της.

* Ο Θεόδωρος Ν. Τσέκος, είναι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και μέλος της Σ.Γ των “Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία”

ΣΧΟΛΙΑ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.