ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Θεόδωρου Ν. Τσέκου στην 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη των ΚΠΣ

Προγραμματικές κατευθύνσεις για την παραγωγή σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής.

 1. Σοσιαλδημοκρατικές αξίες και πολιτικές

 Η σοσιαλδημοκρατία υπήρξε ιστορικά, τόσο για την Ευρώπη όσο και για την χώρα μας από την Μεταπολίτευση και μετά, η βασική πολιτική δύναμη προοδευτικού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας.

Τα κύρια στοιχεία της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής φυσιογνωμίας, όπως συγκροτήθηκε κυρίως στην Ευρώπη,  είναι τα ακόλουθα:

  • Ανθρωποκεντρικό σύστημα αξιών που εστιάζεται στην συνολική κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και στην διασφάλιση πρόσβασης όλων των πολιτών σε βασικά και κρίσιμα αγαθά και υπηρεσίες.
  • Αποδοχή της αγοράς ως βασικού μηχανισμού παραγωγής αξιών χρήσης για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.
  • Αντίληψη της αστικής δημοκρατίας όχι ως μεταβατικού εργαλείου αλλά ως βέλτιστου και αποκλειστικού πλαισίου πολιτειακής συγκρότησης και λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών
  • Ρύθμιση της αγοράς για:
    • την προάσπιση και ενίσχυση του ανταγωνισμού (αντιμονοπωλιακές και αντι-ολιγοπωλιακές παρεμβάσεις, πάταξη των εναρμονισμένων πρακτικών κλπ)
    • την εξισορρόπηση των άνισων σχέσεων μεταξύ εργοδοσίας και εργασίας
    • την προστασία του πολίτη ως καταναλωτή
  • Άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής για την κοινωνικά ορθολογικότερη κατανομή των πόρων και την διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου ευημερίας σε όλους τους πολίτες.
  • Σχεδιασμό της ανάπτυξης προκειμένου να αξιοποιηθούν σε μακροχρόνια προοπτική τα συνολικά και τοπικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και να εξαλειφθούν οι περιφερειακές και κοινωνικές ανισότητες που παράγουν οι αυτοματισμοί της αγοράς.
  • Αντικυκλικές– κεϋνσιανές- πολιτικές για την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών της λειτουργίας της αγοράς -τις υφεσιακές επιπτώσεις και την πληθωριστική υπερθέρμανση- και την διασφάλιση της πλήρους απασχόλησης
  • Δημόσιο διάλογο ώστε οι ασκούμενες πολιτικές να λαμβάνουν υπ’ όψη και να εξισορροπούν τις πραγματικές ανάγκες των κοινωνικών ομάδων, των περιφερειών και των τοπικών κοινοτήτων
  • Προάσπιση και διεύρυνση των συλλογικών και ατομικών ελευθεριών και διασφάλιση πολλαπλών ευκαιριών και δυνατοτήτων επιλογής σε όλους (πολιτικός φιλελευθερισμός)
  • Στράτευση, μεταπολεμικά, στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης, ως πλαισίου ειρηνικής συνύπαρξης και κοινής πορείας των ευρωπαϊκών λαών, ως έμπρακτης εφαρμογής του διεθνισμού αλλά και ως μέσου παγκόσμιας εμπέδωσης των ευρωπαϊκών ουμανιστικών αξιών.
  1. Οι ιδιαιτερότητες της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα.

 Στην χώρα μας, λόγω κυρίως των συνεπειών του εμφυλίου και της πολιτικής κατάστασης που επακολούθησε, η παραπάνω σοσιαλδημοκρατική πολιτική πλατφόρμα :

  • Πρώτον, υστέρησε πολύ να εισαχθεί και κυριάρχησε ουσιαστικά μόνον μετά την μεταπολίτευση
  • Δεύτερον, υπέστη ισχυρότατες επιδράσεις ιδεών αντίθετων προς τις ανωτέρω σοσιαλδημοκρατικές αξίες αλλά με βαθιές ιστορικές ρίζες που είχαν εμποτίσει την σκέψη και της αριστεράς, από την περίοδο ιδίως του ΕΑΜ και μετά:
    • αντιδυτικισμός που αργότερα εκφράστηκε ως ευρωσκεπτικισμός,
    • εθνικισμός που αποτυπώθηκε στην αντίληψη του περιούσιου και ανάδελφου έθνους,
    • λαϊκισμός υπό την έννοια των α-ταξικών σχηματικών ομαδοποιήσεων προνομιούχων και μη προνομιούχων κλπ κλπ.

Αυτό το μείγμα ιδεών και πολιτικών που συγκρότησε μεταπολιτευτικά το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, έντονα επηρεασμένο από τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, πέραν των θετικών αλλαγών που εισήγαγε στην ελληνική κοινωνία, παρήγαγε και μια σειρά από αρνητικές συνέπειες:

  • υπερ-απλουστεύσεις στον σχεδιασμό πολιτικών με ανύπαρκτο μακροχρόνιο προγραμματισμό και απουσία τεκμηρίωσης
  • διολίσθηση προς πολιτικές «συλλογικής πολιτικής πατρωνίας», δηλαδή κατ’ εξαίρεση και ανισότιμη προάσπιση ισχυρών -και κατά κανόνα αντιπαραγωγικών ομάδων- που συγκροτούνται εντός ή εκτός του κράτους και ζουν από αυτό
  • κρατισμό και μάλιστα στην χειρότερη δυνατή εκδοχή του αυτή του κράτους-λάφυρο (spoils system), που αξιοποιεί την κατάκτηση της εξουσίας για ιδιοτελείς σκοπούς πελατειακού χαρακτήρα.

Οι αρνητικές αυτές διαστάσεις υπήρξαν δυστυχώς κυρίαρχες δεδομένου ότι οι δυνάμεις εκείνες εντός του ΠΑΣΟΚ που διαπνέονταν από τις αξίες της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και πρότειναν αντίστοιχες πολιτικές παρέμειναν μειοψηφικές.

Η ανάδειξη του κατ’ εξοχήν εκφραστή των ιδεών αυτών Κώστα Σημίτη στην προεδρία του κινήματος και την πρωθυπουργία δεν μετάβαλε ουσιωδώς την κατάσταση αφού η πλειοψηφία του στελεχιακού δυναμικού και ιδίως των μεσαίων επιπέδων και της βάσης ουδέποτε προσχώρησε ουσιαστικά στις αντιλήψεις  αυτές.

Επιπλέον, ακόμα και κατά την περίοδο διακυβέρνησης Σημίτη τα προβλήματα στρατηγικού προγραμματισμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης των ασκούμενων πολιτικών – που δεν είναι ασφαλώς αποκλειστικά προβλήματα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αλλά χαρακτηρίζουν το ελληνικό πολιτικο-διοικητικό σύστημα συνολικά- δεν αντιμετωπίστηκαν, με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια των εφαρμοζόμενων πολιτικών, ιδίως αυτών που δεν ασκούνταν κεντρικά από μιάν ολιγοπρόσωπη ομάδα (πχ ΟΝΕ) αλλά απαιτούσαν την εμπλοκή ευρύτερων πολιτικο-διοικητικών μηχανισμών (όπως αυτές που αφορούσαν την περίφημη «καθημερινότητα του πολίτη»).

  1. Η απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας στην Ευρώπη

Οι σοσιαλδημοκρατικές αξίες και πολιτικές κυριάρχησαν στην Ευρώπη από την μεταπολεμική περίοδο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

H ιδιόμορφη οικονομική κρίση του 1973-75 που προκάλεσε ταυτόχρονα στασιμότητα και πληθωρισμό εμφάνισε ως αναποτελεσματικές τις σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές που βασίζονταν στις αυξημένες δημόσιες δαπάνες και στην υποστήριξη και ενίσχυση των συνδικάτων στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα.

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφάρμοσε η κυβέρνηση Θάτσερ φάνηκαν επιτυχημένες διότι περιορίζοντας τις δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ αλλά και την διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων, μείωσε τον πληθωρισμό –όχι όμως και την ανεργία.

Κυρίως όμως εφαρμόζοντας καινοτόμες μεθόδους έδωσε την αίσθηση της πολιτικής ανανέωσης σε σχέση με την πεπατημένη της προπολεμικής και μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η δύναμη των νεοφιλελεύθερων ιδεών επηρέασε την πολιτική των σοσιαλδημοκρατών στην Βρετανία οι οποίοι ως Νέοι Εργατικοί υπό τον Τόνυ Μπλαίρ άσκησαν ένα μείγμα πολιτικών (αποκαλούμενο «Τρίτος Δρόμος») εντόνως επηρεασμένων από  τις νέο-φιλελεύθερες επιλογές της Θάτσερ.

Ο ίδιος ο Μπλαιρ δήλωσε αργότερα ότι είδε τον εαυτό  του ως συνεχιστή και όχι ως ανατροπέα των  θατσερικών πολιτικών. Αλλά και η Μ. Θάτσερ απαντώντας στο ερώτημα ποιο θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της πολιτικής της δήλωσε: «Τους ‘’Νέους Εργατικούς’’. Υποχρεώσαμε τους αντιπάλους μας να αλλάξουν τρόπο σκέψης.» Αυτή η ουσιαστική ταύτιση σοσιαλδημοκρατικών και νέο-φιλελεύθερων απόψεων χαρακτηρίστηκε ως «νεοφιλελεύθερη συναίνεση» (neoliberal consensus).

Αντίστοιχες πολιτικές περιελάμβανε και το «Νέο Κέντρο» (Die Neue Mitte) του Γκέρχαρντ Σρέντερ στο γερμανικό SPD, o οποίος μάλιστα δημοσίευσε από κοινού με τον Μπλαιρ ένα κείμενο θέσεων με τίτλο «Ευρώπη: Ο Τρίτος Δρόμος-Το Νέο Κέντρο» (Europe: The Third Way/Die Neue Mitte).

Στο κείμενο αυτό, που οι συγγραφείς του αποκαλούν «Διακήρυξη» και συνιστά την επιτομή της «νεοφιλελεύθερης συναίνεσης», επιχειρείται κατ’ αρχήν μια διάγνωση των πλημμελειών και προβλημάτων των σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών μετά από πολλές δεκαετίες εφαρμογής τους. Η διαγνωστική αυτή προσέγγιση καταγγέλλει φαινόμενα όπως:

  • η δημιουργία κοινωνικών ομάδων εξαρτημένων από τις προνοιακές πολιτικές,
  • η αναποτελεσματικότητα των δημοσίων δαπανών και
  • η υποβάθμιση της σημασίας έως και υφέρπουσα εχθρότητα προς την επιχειρηματικότητα και την αγορά,

Η παραπάνω κριτική αναφέρεται σε υπαρκτά προβλήματα και είναι γενικά ορθή.

Όταν έρχεται όμως στο «δια ταύτα» η Διακήρυξη αδυνατεί να αρθρώσει έναν διακριτό σοσιαλδημοκρατικό σύνολο λύσεων, διορθωτικών μέσων και μεθόδων και ουσιαστικά αναπαράγει τις νεοφιλελεύθερες προτάσεις:

  • Προτάσσει και δίνει υπέρμετρη έκταση και έμφαση στην προβολή των αξιών της αγοράς και της επιχειρηματικότητας,
  • Αποδέχεται ότι το πρόβλημα είναι το ύψος (και όχι το είδος) των δημοσίων δαπανών,
  • Υιοθετεί την θέση ότι η ανεργία προκαλείται από την προσφορά ακατάλληλης εργασιακής δύναμης (mismatching) και θεραπεύεται με την κατάρτιση,
  • Προσχωρεί στην άποψη ότι απαιτείται λιγότερο κράτος (και όχι καλύτερο κράτος-με βέλτιστο μέγεθος ανάλογο των λειτουργιών του –“fit for purpose”).

Οι πολιτικές που ακολούθησαν οι «Νέοι Εργατικοί» και το  SPD, δύο από τα ισχυρότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης, από τα μέσα  της δεκαετίας του ’90 και που επηρέασαν το σύνολο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αναπτύχθηκαν ακριβώς πάνω στους άξονες της «νέο-φιλελεύθερης συναίνεσης».

Ασχέτως της πραγματικής αποτελεσματικότητας των πολιτικών αυτών –και ιδίως της μη διάρκειάς της σε βάθος χρόνου- αυτό που έχει μεγαλύτερη πολιτική σημασία είναι ότι υποτασσόμενη στην κυριαρχία των  νέο-φιλελεύθερων ιδεών η σοσιαλδημοκρατία απώλεσε την ιδιαιτερότητά της:

  • Υπερτονίζοντας στον δημόσιο λόγο της την σημασία της αγοράς (η οποία ούτως ή άλλως ήταν, ιστορικά, κομμάτι της ιδεολογικής ταυτότητας) και υποβαθμίζοντας την προτεραιότητα της κοινωνικής ισορροπίας,
  • Αποδεχόμενη πως οι αγοραίοι αυτοματισμοί επιλύουν τα κοινωνικά προβλήματα καλύτερα από ότι ο δημόσιος σχεδιασμός,
  • Προτάσσοντας την ατομικότητα έναντι της συλλογικότητας
  • Προσχωρώντας, εμμέσως πλην σαφώς, στις ιδέες της Αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης και ρίχνοντας το βάρος στην ενίσχυση της προσφοράς και όχι της ζήτησης

προκάλεσε σύγχυση ως προς το ιδεολογικό της στίγμα και έπαψε να αποτελεί εναλλακτική πολιτική λύση προς την συντηρητική παράταξη η οποία ούτως ή άλλως ήταν ο παραγωγός των κυρίαρχων ιδεών.

Ως συνέπεια ήρθε η πανευρωπαϊκή εκλογική παρακμή και συρρίκνωση.

Ακόμα χειρότερα, η ενδοκομματική «αριστερή» απάντηση στις ιδεολογικές αυτές εξελίξεις δεν ήταν η αναζήτηση καινοτόμων προοδευτικών λύσεων στα υπαρκτά προβλήματα αλλά ένα πισωγύρισμα: μια απλή επιστροφή στις ιδέες και τις πολιτικές που δημιούργησαν ακριβώς τα προβλήματα αυτά. Δυστυχώς  η αντιπαράθεση μεταξύ αριστερής και δεξιάς πτέρυγας συνεχίζεται και σήμερα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με τους ίδιους όρους, που είναι όροι του παρελθόντος.

Από την άλλη πλευρά η κινηματικής προέλευσης μετα-κομμουνιστική ριζοσπαστική αριστερά δεν παρήγαγε  κανενός είδους ρεαλιστικές ιδέες διακυβέρνησης που θα μπορούσαν να ανανεώσουν την προοδευτική πολιτική και παρ’ ότι υποδέχεται μεγάλο μέρος τέως ψηφοφόρων της σοσιαλδημοκρατίας τους εγκλωβίζει απλώς σε ένα πολιτικό αδιέξοδο παραπαίοντας μεταξύ λενινισμού, ακτιβισμού και λαϊκισμού.

  1. Ποια η διέξοδος; Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να προτείνει ένα διαφορετικό, βιώσιμο και ανθρωπο-κεντρικό, μοντέλο ευημερίας και ανάπτυξης

 Η σοσιαλδημοκρατία συγκροτήθηκε ιστορικά ως πολιτική δύναμη γύρω από ένα σχέδιο εναλλακτικής οικοδόμησης  της οικονομίας και της κοινωνίας και μόνο ως τέτοια έχει λόγο ύπαρξης και πιθανότητες πολιτικής επιβίωσης.

Όμως τα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών δεν είναι πλέον μόνο προβλήματα άνισης κατανομής του κοινωνικού πλούτου και άρα δεν θεραπεύονται αποκλειστικά  και μόνο με το βασικό εργαλείο της αναδιανομής. Πάσχουν το κυρίαρχο πρότυπο ευημερίας και  η ίδια η έννοια της ανάπτυξης.

Η σοσιαλιστική αριστερά (όπως άλλωστε και τα λενινιστικής προέλευσης ρεύματα) παρέμεινε εγκλωβισμένη στο αφήγημα της απελευθέρωσης και διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και δεν στάθηκε κριτικά απέναντι στην παραγωγίστικη, υπερ-καταναλωτική και μη βιώσιμη εκτροπή του κυρίαρχου αναπτυξιακού υποδείγματος.

Η κριτική ήρθε από την πλευρά της πολιτικής οικολογίας, που, ωστόσο, εξ αιτίας του «εξω-συστημικού» τρόπου με τον οποίο δόμησε το αφήγημά της, δεν κατόρθωσε –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- να πείσει ευρύτερες κοινωνικές ομάδες και να στηριχθεί εκλογικά από αυτές. Στην χώρα μας σχετικοί προβληματισμοί, όπως αυτοί που εξέφρασε στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, παρέμειναν ουσιαστικά περιθωριακοί.

Η σοσιαλδημοκρατία έχει πλέον συνδεθεί με την πολιτική οικολογία, κυρίως όμως σε μια λογική εκλογικού οφέλους και πολύ λιγότερο σε επίπεδο ουσιαστικής ιδεολογικής όσμωσης. Η ρεαλιστική επεξεργασία και η προγραμματική ενσωμάτωση των καινοτόμων και ριζοσπαστικών ιδεών της πολιτικής οικολογίας συνιστά κορυφαία δυνατότητα ανανέωσης της σοσιαλιστικής και δημοκρατικής αριστεράς.

  • Το υφιστάμενο μοντέλο ευημερίας και ανάπτυξης

Το υφιστάμενο κυρίαρχο μοντέλο ευημερίας και το προκύπτον από αυτό υπόδειγμα ανάπτυξης έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Κυρίαρχη διάσταση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας είναι το καταναλωτικό πρότυπο (life-style) που ακολουθείται.
  • Με την χρήση των τεχνικών του μάρκετινγκ διευρύνονται και διαφοροποιούνται διαρκώς οι καταναλωτικές ανάγκες
  • Οι ανάγκες αυτές καλύπτονται από μη βιώσιμα, ταχέως απαξιούμενα τεχνικά (φθορά) και τεχνολογικά (καινοτομία), αγαθά.
  • Η επιστημονική έρευνα είναι προσανατολισμένη στον σχεδιασμό τέτοιων ακριβώς προϊόντων που ενσωματώνουν σχεδιαστικά (build-in) την γρήγορη (τεχνολογική) απαξίωση και την εξίσου γρήγορη (φυσική) φθορά.
  • Κοινωνικές και περιβαλλοντικές παράμετροι δεν ενσωματώνονται στον σχεδιασμό των προϊόντων και των παραγωγικών διαδικασιών. Το κόστος και το όφελος δεν σταθμίζονται ανθρωποκεντρικά / κοινωνικά και περιβαλλοντικά .
  • Υπάρχει έντονη από-διαφοροποίηση των αξιών χρήσης, μείωση των εναλλακτικών επιλογών, εξάλειψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Έτσι χάνεται το πλεονέκτημα του τοπικού ενδογενούς δυναμικού και της αξιοποίησής του στην ποσοτική και –κυρίως- ποιοτική ανάπτυξη
  • Η εμμένουσα οριοθέτηση της συλλογικής ταυτότητας στο εθνικό επίπεδο περιορίζει σε αντίστοιχα γεωγραφικά πλαίσια το αίσθημα αλληλεγγύης άρα και την αναδιανομή. Παράγονται έτσι σημαντικές ανισορροπίες πλεονασμάτων-ελλειμμάτων μεταξύ εθνικών παραγωγικών / καταναλωτικών συστημάτων. Η υστέρηση της ολοκλήρωσης και η κρίση στη Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλονται σε σημαντικό βαθμό σ’ αυτή την αιτία.
  • Η αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα οδηγεί σε κερδοσκοπική /αντίστροφα αναδιανεμητική και αντιπαραγωγική διαχείριση των πλεονασμάτων κοινωνικής παραγωγικότητας με καταστροφικές συνέπειες στην ορθολογική διαχείριση ακόμα και του υφιστάμενου αναπτυξιακού υποδείγματος
  • Η τεχνολογική πρόοδος μειώνει την ανάγκη για εργασία και αυτό αφήνει χωρίς εισόδημα ομάδες του πληθυσμού που χάνουν ταυτόχρονα την καταναλωτική τους ικανότητα. Η αγορά αντιδρά με στρατηγικές αύξησης της κατανάλωσης όσων εξακολουθούν να διαθέτουν εισόδημα με δημιουργία νέων καταναλωτικών αναγκών και νέων προϊόντων. Έτσι οδηγούμαστε σε ομάδες πληθυσμού υπερ-καταναλωτικές και σε ομάδες μειωμένου εισοδήματος και κατανάλωσης / νεόπτωχες.
  • Προς ένα νέο εναλλακτικό υπόδειγμα ευημερίας και ανάπτυξης

Απαιτούνται λοιπόν εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές αυτές πρέπει να βασίζονται όχι μόνο σε συστήματα αναδιανομής αλλά σε ένα νέο υπόδειγμα ευημερίας και ανάπτυξης με τα ακόλουθα βασικά ανθρωποκεντρικά και βιώσιμα χαρακτηριστικά:

  • Αξιοποίηση μέρους της αύξησης της παραγωγικότητας για την εξισορρόπηση προσωπικής και εργασιακής ζωής αλλά και την εξισορρόπηση παραγωγικότητας και εργασιακής ικανοποίησης : περισσότερος ελεύθερος χρόνος, περισσότερες ευκαιρίες δημιουργικής δραστηριότητας.
  • Αξιοποίηση μέρους της αύξησης της παραγωγικότητας προς διαμόρφωση ενός καταναλωτικού προτύπου πράσινου και ανθρωποκεντρικού: βιώσιμα και φιλικά προς το περιβάλλον αγαθά τα οποία να ενσωματώνουν το κόστος ποιότητας εργασίας, ποιότητας ζωής και ποιότητας περιβάλλοντος.
  • Διασφάλιση δημόσιων πόρων για την χρηματοδότηση βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας στην κατεύθυνση σχεδιασμού αγαθών και παραγωγικών διαδικασιών συμβατών με το μοντέλο της ανθρωποκεντρικής και βιώσιμης /αειφορικής ανάπτυξης (χαμηλού κόστους σε περιβαλλοντικούς πόρους).
  • Διαφορετική, οικονομικά βιώσιμη αλλά μη κερδοσκοπική διαχείριση των πλεονασμάτων παραγωγικότητας (αποταμιευόμενο κεφάλαιο) που θα διοχετεύονται σε δράσεις κοινωνικά και γεωγραφικά ισόρροπης ανάπτυξης με βάση το νέο πρότυπο ευημερίας

Ένα τέτοιο μοντέλο θα πρέπει να είναι περιεκτικό, να συμπεριλαμβάνει δηλαδή το σύνολο του πληθυσμού και να ελαχιστοποιεί κάθε είδος αποκλεισμού από το δικαίωμα στην εργασία με βάση το φύλο, την ηλικία, την κουλτούρα και κάθε άλλο στοιχείο της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να είναι αποκεντρωμένο, διαχέοντας την αναπτυξιακή δυναμική και τα οφέλη της στο σύνολο της επικράτειας, αξιοποιώντας τα περιφερειακά και τοπικά συγκριτικά πλεονεκτήματα

Η συζήτηση δεν πρέπει να εκτραπεί στην κατεύθυνση της «από-ανάπτυξης» που γεννά αβεβαιότητα και φοβικές αντιδράσεις αλλά να προσανατολιστεί προς την «διαφορετική ανάπτυξη», ήτοι προς ένα μοντέλο ευημερίας (άρα κατανάλωσης, παραγωγής και ανάπτυξης) βασισμένο στις βασικές ανθρώπινες ανάγκες.

  1. Κατευθύνσεις ιδεολογικής και προγραμματικής ανανέωσης της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη και την Ελλάδα.

Αν δεν κατορθώσει να αρθρώσει έναν διακριτό πολιτικό αφήγημα και μια εναλλακτική πρόταση ευημερίας, ανάπτυξης και διακυβέρνησης  η σοσιαλδημοκρατία χάνει τον λόγο ύπαρξής της.

Με βάση το παραπάνω πλαίσιο οι βασικές ιδέες γύρω από τις οποίες θα αναπτυχθεί η νέα σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα πρέπει να την επανασυνδέσουν με τις ιστορικές της αξίες, εκείνες που αποτελούν το θεμέλιο λίθο της ύπαρξής της ως διακριτού πολιτικού ρεύματος.  Ταυτόχρονα όμως οι αξίες αυτές θα πρέπει να διατυπωθούν με όρους του 21ου αιώνα και να οδηγήσουν σε δημόσιες πολιτικές που θα δίνουν απαντήσεις στα προβλήματα του σήμερα.

Τέτοιες ιδέες είναι:

  • Πρόταξη της συλλογικότητας έναντι της ατομικότητας.

Η κοινωνία, παρά τα όσα αντίθετα πρέσβευε και διακήρυσσε η Μάργκαρετ Θάτσερ,  υπάρχει.  Υπάρχει και επικαθορίζει τις τύχες των μελών της. Το αν  κάποιο πρόσωπο γεννηθεί και μεγαλώσει σε μια χώρα της Υποσαχάριας Αφρικής ή της Β.Δ Ευρώπης και σε μια εύπορη ή μη οικογένεια καθορίζει στατιστικά και σε μεγάλη έκταση το μέλλον του.

Η ακριβής πορεία του προσώπου αυτού είναι μεν προϊόν των ατομικών του επιλογών και προσπαθειών, που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παρεμποδίζονται.  Όμως το εύρος, η ορθότητα και η αποτελεσματικότητά των ατομικών επιλογών και προσπαθειών  προσδιορίζεται από τα κοινωνικά σύνολα στα οποία το πρόσωπο αυτό εντάσσεται.

Προς διόρθωση του κοινωνικού ντετερμινισμού και των αδικιών που αυτός παράγει το σοσιαλδημοκρατικό μείγμα πολιτικής πρέπει να διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες σε όλους όχι μόνο με την έννοια της νομικής-τυπικής ισότητας αλλά με αυτήν της θετικής διακριτικής μεταχείρισης μέσα από αναδιανεμητικές πολιτικές.

  • Πρόταξη της κοινωνίας έναντι της αγοράς.

Η ελεύθερη αγορά  αποτελούσε εξ υπαρχής συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού σοσιαλισμού και μάλιστα στοιχείο  ριζικής διαφοροποίησής του από τα λενινιστικά ρεύματα της αριστεράς .

Ωστόσο για τους σοσιαλδημοκράτες η αγορά δεν συνιστά αυτοσκοπό ούτε την πεμπτουσία της ανθρώπινης αυτό-πραγμάτωσης, κατά την λογική του φον Μίζες ή του Χάγιεκ.

H αγορά υπό προϋποθέσεις μπορεί να γίνει ένα βέλτιστο εργαλείο παραγωγής αξιών χρήσης επιθυμητών από την κοινωνία. Ωστόσο  η ίδια η αγορά από την φύση της δεν εστιάζει στην μεγιστοποίηση της κοινωνικής χρησιμότητας αλλά στην μεγιστοποίηση της εμπορευματικής αξίας των όσων παράγει.  Αυτό ακριβώς συνιστά την βασική αντίφασή της.

Και δεν είναι το «αόρατο χέρι» της αλλά μόνον η δημόσια ρύθμιση μέσα από ευρύ κοινωνικό διάλογο που μπορεί να μετατρέψει τις «ιδιοτελείς» επιχειρηματικές αποφάσεις -για μεγιστοποίηση του κέρδους μέσω παραγωγής εμπορευμάτων- σε δημόσιο όφελος μέσω της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών που εμπεριέχουν  βέλτιστη  χρησιμότητα και συνεπώς μεγιστοποιούν την κοινωνική (και κατ’ επέκταση ατομική) ευημερία.

Η σημαία της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να γράφει «Επιχειρηματικότητα». Όχι διότι δεν πιστεύουμε στην επιχειρηματικότητα, το τελείως αντίθετο,  αλλά διότι αυτό το γράφει ήδη η σημαία μιάς αντίπαλης πολιτικής παράταξης. Η σημαία της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να γράφει «Κοινωνία».

  • Πρόταξη της πολιτικής έναντι της οικονομίας

Συνέπεια της παραπάνω παραδοχής είναι η θέση ότι οι βασικές αποφάσεις που διέπουν το παρόν και διαμορφώνουν το μέλλον μιάς κοινωνίας πρέπει να λαμβάνονται στην σφαίρα της πολιτικής και όχι της οικονομίας. 

Η οικονομία κατευθύνεται μέσα από μια πανσπερμία επι μέρους επιχειρηματικών αποφάσεων που λαμβάνονται ιδιωτικά, άρα υπό συνθήκες αδιαφάνειας. Αντίθετα οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται στην δημόσια σφαίρα και είναι ορατές.

Ωστόσο και σ’ αυτή την περίπτωση ο δημόσιος έλεγχος –και πολύ περισσότερο η δημόσια συμμετοχή- δεν διασφαλίζονται αυτομάτως.  Απαιτούνται:

  • ειδική θεσμική αρχιτεκτονική που θα διευκολύνει την δημόσια συμμετοχή,
  • αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών
  • συγκεκριμένες λειτουργίες στο εκπαιδευτικό σύστημα που θα παρέχουν στους νέους δεξιότητες ενεργού πολίτη και
  • διασφάλιση προϋποθέσεων πληροφόρησης και κατανόησης των εκάστοτε διακυβευμάτων από το ευρύ κοινό,

για να λειτουργήσει το πολιτικό σύστημα υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και να μην παραμείνει η δημοκρατία τυπική και προσχηματική.

  • Πρόταξη του δημόσιου σχεδιασμού έναντι των αγοραίων αυτοματισμών.

Ένα κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ δημοκρατικού σοσιαλισμού και οικονομικού φιλελευθερισμού είναι η κεντρική θέση που δίνει ο πρώτος και η πλήρης απόρριψη που επιφυλάσσει ο δεύτερος στο ζήτημα του οικονομικού και κοινωνικού σχεδιασμού.

Η ιστορική εμπειρία γενικώς -και η τρέχουσα κρίση ειδικότερα και με εκκωφαντικό τρόπο- επιβεβαιώνουν την άποψη ότι οι αυτοματισμοί της αγοράς (το περίφημο «αόρατο χέρι») αδυνατούν να βελτιστοποιήσουν την οικονομική και κοινωνική ευταξία.

Μέσα από την κυκλική και μη ρυθμιζόμενη λειτουργία της αγοράς, όπου οι αναπτυξιακές  και υφεσιακές περίοδοι αλληλοδιαδέχονται, η «στιγμιαία» και ασταθής ισορροπία επέρχεται δια της (κατά Σουμπέτερ) «δημιουργικής καταστροφής». Καταστροφής πόρων, προσπαθειών, τεχνογνωσίας, υποδομών και κεφαλαίου. Η νέα οικονομική εποχή γεννιέται αλλά πάντοτε μακροπρόθεσμα και με υψηλό κοινωνικό (και οικονομικό άλλωστε) κόστος. Και όπως επεσήμανε ο Κέϋνς «Το μακροπρόθεσμο είναι ένας παραπλανητικός οδηγός για τις τρέχουσες υποθέσεις. Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί».

Η καταγγελία του σχεδιασμού από τον οικονομικό φιλελευθερισμό είναι εξ΄ ίσου παραπλανητική στο μέτρο που η ίδια η επιχείρηση είναι η πεμπτουσία και η αποθέωση του σχεδιασμού. Η άποψη ότι απόλυτα προγραμματισμένες οντότητες όπως οι ορθολογικές επιχειρήσεις αντιπαρατιθέμενες ανεξέλεγκτα σε ένα χαοτικό αγοραίο περιβάλλον παράγουν οικονομική και κοινωνική ισορροπία είναι απατηλή και ψευδεπίγραφη.

Μόνον ο ορθολογικός, τεκμηριωμένος και κοινωνικά συμφωνημένος σχεδιασμός μπορεί να παράξει την μέγιστη εφικτή προβλεψιμότητα διασφαλίζοντας τον ήπιο μετασχηματισμό και την ομαλή μετάβαση στο νέο, με ελαχιστοποίηση της οικονομικής απαξίωσης και καταστροφής αλλά και της κοινωνικής οδύνης που αυτές προκαλούν.

Δημόσιος σχεδιασμός κατά τον 21ο αιώνα δεν σημαίνει όμως κρατικός σχεδιασμός. Νέες έννοιες, πραγματικότητες και  πρακτικές όπως τα μικτά ιδιωτικά και δημόσια δίκτυα, οι κοινότητες πολιτικής, η δομημένη συμμετοχή και η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση αποτελούν τα κατάλληλα εργαλεία για τον προγραμματισμό σε οικονομικό αλλά και σε χωρικό, περιβαλλοντικό και σε κοινωνικό, εν τέλει, επίπεδο .

Το δημόσιο συμφέρον, εξ άλλου, δεν μπορεί πλέον να γίνεται αντιληπτό ως μια υπερβατική έννοια που βρίσκεται σε διαρκή αντίθεση και σε σύγκρουση με τα  ιδιωτικά συμφέροντα. Και βεβαίως η δημόσια εξουσία δεν συνιστά τον ιδιοκτήτη και αποκλειστικό διαχειριστή του. Το δημόσιο συμφέρον εμπεριέχεται στα ιδιωτικά συμφέροντα και αναδεικνύεται μέσα από την εξισορρόπηση και την σύνθεσή τους.

Η διασφάλιση δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνο ως τεκμηριωμένη και συμμετοχική παραγωγή δημοσίων πολιτικών.

  • Πρόταξη των αναδιανεμητικών πολιτικών έναντι της αγοραίας κατανομής της ευημερίας

 Οι αναδιανεμητικές πολιτικές απετέλεσαν ανέκαθεν έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας. Η σκοπιμότητά τους είναι διττή: αφορούν την κοινωνική δικαιοσύνη και την οικονομική αποτελεσματικότητα.

Πέραν ενός ορίου η άνιση κατανομή εισοδήματος που παράγεται αυτομάτως από την αγορά:

  • (α) αποστερεί ευρέα στρώματα του πληθυσμού από βασικά αγαθά και υπηρεσίες που οριοθετούν το μέσο επίπεδο ευημερίας δεδομένης κοινωνίας, στην δημιουργία του οποίου τα στρώματα αυτά συμβάλουν.
  • (β) προκαλεί υπερβάλλουσα ατομική συσσώρευση μη επενδυόμενου πλούτου ο οποίος καταναλώνεται πολυτελώς και αντιπαραγωγικά κατανέμοντας τους παραγωγικούς πόρους με μη βέλτιστο τρόπο.
  • (γ) γεννά σημαντικές περιφερειακές ανισότητες.

H θεραπεία των παραπάνω προβλημάτων περνά μέσα από αναδιανεμητικές πολιτικές

  • τόσο προς ενίσχυση της κατανάλωσης
  • όσο και προς αναπροσανατολισμό των επενδύσεων.

Για να υπάρξουν αναδιανεμητικές πολιτικές απαιτούνται δημόσιοι πόροι οι οποίοι γενικώς μεν μπορούν και πρέπει να προκύπτουν κατά κύριο λόγο από την φορολόγηση των υψηλών και μη παραγωγικά επενδυόμενων εισοδημάτων καθώς και από τη φορολόγηση της μεγάλης περιουσία.

Ειδικά όμως για την χώρα μας τα δημόσια έσοδα θα πρέπει άμεσα να ενισχυθούν από την ουσιαστική διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Στην Ελλάδα, η οποία σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις το 2017 καταλαμβάνει την πρώτη θέση παγκοσμίως στην σκιώδη / μαύρη οικονομία (21,5% του ΑΕΠ, IAW -Institute for Applied Economic Research, University of Tübingen – Forbes) η γενική και αδιαφοροποίητη μείωση της φορολογίας και η αντιστάθμισή της με μείωση της δημόσιας δαπάνης δεν ευσταθούν ούτε με οικονομική ούτε –πολύ περισσότερο- με κοινωνική λογική.

Η δημόσια δαπάνη στην Ελλάδα δεν είναι υπερβολική και αντιστοιχεί στο επίπεδο ανάπτυξης και στο μέγεθος της χώρας. Τα ελλείμματα δημιουργούνται από την υστέρηση των δημοσίων εσόδων. Η μόνη ορθολογική και βιώσιμη λύση είναι λοιπόν η διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Αυτή θα διασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για την άσκηση των αναγκαίων κοινωνικών, περιφερειακών και αναπτυξιακών αναδιανεμητικών πολιτικών.

Η αναδιανομή απαιτείται όμως να είναι στοχευμένη και να ασκείται με ορθολογικό και συστηματικό τρόπο διότι μέχρι σήμερα αν και το ύψος των ελληνικών δημοσίων δαπανών κινείται στα περισσότερα πεδία πολιτικής κοντά στον ευρωπαϊκό μέσον όρο η αποτελεσματικότητά τους είναι ιδιαίτερα χαμηλή.  Ενδεικτική είναι η περίπτωση των  δαπανών για την κοινωνική πολιτική και η πλήρης αποτυχία καταπολέμησης της φτώχειας.

Η στοχευμένη αναδιανομή θα πρέπει να δώσει έμφαση σε πολιτικές όπως:

  • ενίσχυση ευκαιριών, με προγράμματα θετικής διάκρισης πχ αυξημένες δαπάνες σε σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών,
  • βασική ευημερία για όλους, με διασφάλιση της πρόσβασης σε κρίσιμες υπηρεσίες και αγαθά των ομάδων εκείνων που στερούνται της δυνατότητας αυτής με ίδια μέσα,
  • γεφύρωση των περιφερειακών διαφορών με στόχο την ενεργοποίηση των ενδογενών δυναμικών ανάπτυξης και των τοπικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων σε όλη την επικράτεια
  • διαχείριση του χώρου με στόχο την ορθολογική χρήση της γης και των φυσικών πόρων και την διασφάλιση ενός δημόσιου χώρου βέλτιστου μεγέθους και λειτουργιών που θα καθοριστούν με κοινωνική συμφωνία
  • ενίσχυση της έρευνας στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών στην λογική της βιώσιμης και κυκλικής οικονομίας
  • ενίσχυση της καινοτόμου επιχειρηματικότητας, με χαμηλότοκα και μακροχρόνια δάνεια σε start-ups, spin-offs, στην εν γένει νεανική επιχειρηματικότητα, σε επιχειρήσεις καινοτόμου «βιώσιμης» τεχνολογίας και υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου καθώς και σε επιχειρήσεις του τρίτου τομέα της οικονομίας.

Οι αναδιανεμητικές πολιτικές δεν θα πρέπει να δημιουργούν μακροχρόνια εξαρτημένες ομάδες ούτε να επιτρέπουν την εκμετάλλευση των κονδυλίων τους για αλλότριους σκοπούς και την δημιουργία οικονομικού και κοινωνικού παρασιτισμού.

  1. Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας απαιτεί νέους τρόπους παραγωγής πολιτικής

Παρ’ ότι  η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία φθίνει ο κοινωνικός της ρόλος παραμένει αναγκαίος και κρίσιμος. Ωστόσο ο χώρος που εκπροσωπούσε  ιστορικά και πλειοψηφικά χρειάζεται με την παρούσα ή άλλη μορφή, ριζική οραματική και προγραμματική ανανέωση.

Σε ένα περιβάλλον που συνδυάζει την συσσώρευση κοινωνικής δυσαρέσκειας με την απαξίωση της παραδοσιακής πολιτικής λειτουργίας απαιτούνται νέες προτάσεις.

Οι προτάσεις δεν πρέπει να αφορούν μόνο το περιεχόμενων των πολιτικών. Και ο τρόπος παραγωγής τους έχει κομβική σημασία. Άλλωστε οι πολιτικές καταλήγουν να είναι αναποτελεσματικές διότι ακριβώς ο τρόπος σχεδιασμού τους πάσχει.

Πολιτικές που παράγονται συγκεντρωτικά και ατεκμηρίωτα έχουν αυξημένες πιθανότητες και να μην γίνουν αποδεκτές από τις κοινωνικές ομάδες που επηρεάζονται αλλά και να είναι αντικειμενικά (δηλαδή ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους) λανθασμένες .

Προγράμματα που περιορίζονται σε γενικές και επιλεκτικές κατευθύνσεις χωρίς να καλύπτουν όλο το φάσμα των κρίσιμων παρεμβάσεων σε κάθε πεδίο, χωρίς να εξειδικεύουν επι μέρους επιδιώξεις και ενέργειες και χωρίς να προβλέπουν τους αναγκαίους όρους για την εφαρμογή τους είναι προσχηματικά και άχρηστα.

Τέλος, κόμματα τα οποία ανέρχονται στην εξουσία με γενικόλογες θέσεις χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις και εν συνεχεία επεξεργάζονται και ασκούν πολιτικές τις οποίες ουδέποτε έθεσαν υπό την έγκριση του εκλογικού σώματος είναι, εν τέλει, αντιδημοκρατικά.

Η νέα σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αξιοποιήσει στα όργανα πολιτικού σχεδιασμού των φορέων της την ευρύτατη εμπειρία εφαρμογής μεθόδων δομημένου διαλόγου,  συλλογικής λήψης αποφάσεων και παραγωγής συναινέσεων.

Στα πλαίσια αυτά απαιτείται η προοδευτική πολιτική να συνδεθεί  άμεσα με την επιστημονική συζήτηση και τις καινοτόμες πρακτικές που αφορούν την πολιτική λειτουργία, την συλλογική λήψη αποφάσεων και τον σχεδιασμό δημοσίων πολιτικών.

Ένα αποφασιστικό και κρίσιμο βήμα είναι η υιοθέτηση  από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα νέων μεθόδων λειτουργίας και παραγωγής πολιτικής.

Παραγωγή πολιτικής  όμως δεν σημαίνει απλώς διατύπωση «θέσεων». Σημαίνει σκιαγράφηση ενός λεπτομερούς, χρονο-προγραμματισμένου και κοστολογημένου προγράμματος δυνητικής διακυβέρνησης.

Προφανώς δεν αναμένει κανείς από έναν πολιτικό σχηματισμό την κατάστρωση αναλυτικών υπηρεσιακών προγραμμάτων σε επίπεδο Γενικών Γραμματειών , Γενικών Διευθύνσεων  ή Διευθύνσεων. Αυτό έπεται και είναι η δουλειά των –μονίμων και μετακλητών-  στελεχών της διοίκησης. Αναμένει όμως την συγκρότηση στρατηγικής στοχοθεσίας που θα περιλαμβάνει :

  • την ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης,
  • τον καθορισμό στρατηγικών κατευθύνσεων
  • την επεξεργασία προγράμματος ενεργειών εφαρμογής των κατευθύνσεων αυτών που θα λαμβάνουν υπ’ όψη κρίσιμα θέματα όπως
    • η βασική φιλοσοφία και ο πυρήνας διατύπωσης των διατάξεων που θα χρειαστεί να θεσπιστούν ,
    • το αναμενόμενο κόστος άσκησης της πολιτικής και οι τρόποι κάλυψής του,
    • οι δυσχέρειες και οι αντιδράσεις που αναμένεται να προκληθούν και οι τρόποι αντιμετώπισής τους,
    • η επιχειρησιακή ικανότητα των αρμοδίων υπηρεσιών και οι τρόποι ενίσχυσής της

Ο πολιτικός σχεδιασμός πρέπει να επιχειρείται μέσα από μια συμμετοχική και ανοδική (bottom-up) προσέγγιση. Δηλαδή δεν προκύπτει αποκλειστικά από τα πάνω (top-down) με διατύπωση απόψεων από διακεκριμένους εμπειρογνώμονες ή «αρμόδια» κομματικά στελέχη και την επιβολή τους δια της αυθεντίας ή της ιεραρχίας.

Αντίθετα απαιτείται «εκδημοκρατισμός  της εμπειρογνωμοσύνης» : ευρύτατος διάλογος με ισότιμη συμμετοχή προσώπων με έγκυρη άποψη από πολλούς χώρους: την  ακαδημαϊκή και ερευνητική κοινότητα, στελέχη υπηρεσιών, αποδέκτες της πολιτικής -χρήστες των υπηρεσιών από την κοινωνία και την αγορά.

 

Στη Συνδιάσκεψη θα συζητηθούν και θα αποφασιστούν τα παρακάτω ερωτήματα:

1. Η ιδεολογική ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας, είναι προϋπόθεση της ενότητας. Διαφορετικά τα ρήγματα του παρελθόντος (κρατισμός εναντίον οικονομικού φιλελευθερισμού) υποσκάπτουν τον διάλογο και την σύγκλιση και οδηγούν στον πολιτικό ετεροκαθορισμό (προτάσσονται οι συμμαχίες) .

2. Η σοσιαλδημοκρατία έχει συγκροτηθεί με βάση ένα αξιακό σύστημα αντιδιαμετρικά αντίθετο από εκείνο του οικονομικού φιλελευθερισμού. Αν και αποδέχεται ανεπιφύλακτα την ελεύθερή αγορά αντιλαμβάνεται τις δυσλειτουργίες της και τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες που αυτή παράγει. Ανισότητες όχι μόνο ως προς την κατανομή εισοδήματος αλλά και μεταξύ καταβαλλόμενης προσπάθειας και ανταμοιβής. Οι διορθωτικές παρεμβάσεις στην αγορά -ρύθμιση, σχεδιασμός αλλά και αναδιανομή του παραγόμενου εισοδήματος – είναι απαραίτητα στοιχεία για την ομαλή λειτουργία της και την κοινωνική ευημερία.

3. Η σοσιαλδημοκρατία προτάσσει το σύνολο έναντι του ατόμου. Οι κοινωνικές συνθήκες διαμορφώνουν τις ατομικές ευκαιρίες και δυνατότητες. Απαιτείται συνεπώς οικονομικός και κοινωνικός σχεδιασμός και αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές για να διορθωθούν τα μειονεκτήματα που γεννούν οι αυτοματισμοί της αγοράς και οι κοινωνικές συνθήκες, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις κυρίαρχες ελιτ, και επιβάλλονται στις μειονεκτούσες κοινωνικές ομάδες και τα μέλη τους.

4. Η σοσιαλδημοκρατία είναι εκείνη που ιστορικά εμπέδωσε τον πολιτικό φιλελευθερισμό και διασφάλισε βασικά ατομικά δικαιώματα. Η σοσιαλδημοκρατία είναι η ουσιαστική φιλελεύθερη παράταξη.

5. Η σοσιαλδημοκρατία από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 απώλεσε την μεταπολεμική ιδεολογική της ηγεμονία προς όφελος του οικονομικού φιλελευθερισμού. Οι οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της σοσιαλδημοκρατίας κατέστησαν σε αρκετές χώρες αναποτελεσματικές διότι ταυτίστηκαν με τον κρατισμό και την δημιουργία εξαρτήσεων από το κράτος πρόνοιας. Ο οικονομικός (νέο-) φιλελευθερισμός (Θάτσερ, Ρήγκαν) παρουσίασε εναλλακτικές λύσεις κυρίως όμως επιβλήθηκε ιδεολογικά . Η νέα σοσιαλδημοκρατία από την δεκαετία του ’90 (Μπλαίρ, Σρέντερ) ενώ στάθηκε κριτικά απέναντι στις ατέλειες των μέχρι τότε πολιτικών της δεν κατόρθωσε να αναπτύξει δικές της εναλλακτικές και υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό τις θατσερικές πολιτικές (νεοφιλελευθερη συναίνεση).

6. Η σοσιαλδημοκρατία φθίνει εκλογικά διότι δεν κατορθώνει να επανακαθορίσει ένα διακριτό ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα. Στην σημαία της γράφει «Επιχειρηματικότητα» και «Ατομικότητα», το ίδιο ακριβώς που γράφει στις σημαίες των συντηρητικών νεοφιλελεύθερων κομμάτων. Γι’ αυτό την κοινωνική δυσαρέσκεια που προκαλεί η τρέχουσα κρίση την καρπώνεται ο δεξιός και αριστερός λαϊκισμός.

7. Η σοσιαλδημοκρατία για να ανανεωθεί ιδεολογικά θα πρέπει επαν-επεξεργαστεί ρεαλιστικά και να αξιοποιήσει προγραμματικά τις ιδέες που συνεισέφερε κυρίως η πολιτική οικολογία στοχεύοντας σε ένα διαφορετικό μοντέλο ευημερίας και ανάπτυξης και σε έναν διαφορετικό τρόπο διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης με βάση εκτενή κοινωνικό διάλογο και συμμετοχική πολυεπίπεδη διακυβέρνηση. Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει παν-ευρωπαϊκά.

8. Άξονας των σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών πρέπει να είναι η ορθολογική και στοχευμένη κοινωνική και περιφερειακή αναδιανομή. Ειδικά στην Ελλάδα η αναδιανομή πρέπει να βασιστεί σε ουσιαστική διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω περιορισμού της φοροδιαφυγής και της μαύρης οικονομίας. Στόχος μας στα πλαίσια μιάς ομοσπονδιακής Ευρώπης η δια-περιφερειακή αναδιανομή μέσω της σημαντικής αύξησης του Ενωσιακού προϋπολογισμού.

9. Η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να επεξεργαστεί και να θέσει σε δημόσια διαβούλευση με όλες τις ενδιαφερόμενες ομάδες όχι γενικευτικές θέσεις αλλά συγκεκριμένες, χρονο-προγραμματισμένες και κοστολογημένες δημόσιες πολιτικές. Για να παράξει τέτοια εφαρμόσιμα προγράμματα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει νέα εργαλεία όπως τα «εργαστήρια πολιτικής».

2 thoughts on “ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Θεόδωρου Ν. Τσέκου στην 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη των ΚΠΣ

  1. Πολύ καλή εισήγηση, εξαιρετική ανάλυση των αιτίων της μείωσης απήχησης της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.Σωστή η πρόταση για νέο αναπτυιακό πρότυπο με βάση τις οικολογικές ιδέες.
    Μου φαίνεται όμως πως λείπει ένας άξονας βαασικών πολιτικών κατά τομέα, πρωτογενή, δευτερογενή, υπηρεσίες για αυτό το νέο αναπτυξιακό πρότυπο ειδικά για την Ελλάδα πέρα από την απαραίτητη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

    1. Ελπίζουμε ότι η εισήγηση θα συμβάλει σε προβληματισμό και γόνιμη συζήτηση.
      Οι αναλυτικές τομεακές προτάσεις των Κινήσεων Πολιτών, που απετέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας αμέσως μετά την συγκρότησή τους και εν όψει της 1ης Συνδιάσκεψης, είναι αναρτημένες στην παρούσα ιστοσελίδα στην ρουμπρίκα «Θέσεις» [δείτε τα κείμενα από την σελίδα 43 και επόμ.].

      Έχουν ήδη συγκροτηθεί στις ΚΠΣ Τομείς Πολιτικής (Ανάπτυξη, Κράτος και Διοίκηση, Υποδομές και περιβάλλον κλπ) οι οποίοι μετά την επικείμενη 2η Συνδιάσκεψη και υπό το φως των πολιτικών κατευθύνσεων που θα εγκριθούν εκεί, θα επικαιροποιήσουν και θα εξειδικεύσουν τις τομεακές μας προτάσεις, χρησιμοποιώντας και σύγχρονα εργαλεία όπως τα «Εργαστήρια Πολιτικής» [Δείτε σχετικά: https://goo.gl/Y11Buh ]

ΣΧΟΛΙΑ