Ομιλία στην εκδήλωση του Περιφερειακού Συντονιστικού Συμβουλίου Κρήτης, του Μανώλη Πετράκη

Στην πορεία προς την Συνδιάσκεψη…

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

συντρόφισσες και σύντροφοι,

σας καλωσορίζω στην σημερινή πολιτική μας συζήτηση, που διεξάγεται στο πλαίσιο της πορείας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης προς την Συνδιάσκεψη της.

Έχουν περάσει περίπου 10 μήνες από τότε που, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η ΔΗΜ.ΑΡ. και οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία, αποφάσισαν να συγκροτήσουν μια πολιτική-εκλογική συμμαχία, με σκοπό να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στην καταστροφική πολιτική της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις συντηρητικές και πλέον νεοφιλελεύθερες δοξασίες της Νέας Δημοκρατίας.

Μια συμμαχία, την «Δημοκρατική Συμπαράταξη», που συμμετείχε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, επιτυγχάνοντας, για πρώτη φορά, να ανακόψει την καθοδική πορεία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, που καταγράφηκε αρχικά το 2012 και συνεχίστηκε μέχρι και τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

Σήμερα, καλούμαστε, όλοι εμείς να κάνουμε ακόμα ένα βήμα. Δηλαδή να διαμορφώσουμε μια νέα πολιτική πρόταση του χώρου της Σοσιαλδημοκρατίας, από κοινού με την Μεταρρυθμιστική Ευρωπαϊκή Αριστερά, την Πολιτική Οικολογία και το Ριζοσπαστικό Κέντρο.

Μια πρόταση που θα βγάζει την χώρα οριστικά από την ηθική, θεσμική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση των τελευταίων ετών.

Η διαμόρφωση αυτής της πρότασης δεν είναι μόνο προαπαιτούμενο για να πετύχει το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, εκλογικά. Είναι, κυρίως, προαπαιτούμενο προκειμένου να διαμορφώσουμε μια νέα σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική παράταξη, και φυσικά, για να δώσουμε προοπτική στην χώρα.

Είναι προαπαιτούμενο για να στεφτεί με επιτυχία ο διάλογος που έχει ξεκινήσει ήδη, με όλο το φάσμα των κεντρώων και αριστερών ευρωπαϊκών δυνάμεων του τόπου μας, μέσα από την Επιτροπή Θέσεων και Διαλόγου για τις Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις.

Είναι γνωστό, και ιστορικά, ότι ο ευρύτερος χώρος της δημοκρατικής παράταξης δεν μπορεί να υπάρξει μέσα απλές συγκολλήσεις προσώπων, μηχανισμών, φιλοδοξιών. Πάντοτε, η προοδευτική παράταξη δυνάμωνε και έδινε λύσεις, όταν στηριζόταν σε ένα πλαίσιο αρχών και αξιών, διαμορφώνοντας παράλληλα ένα όραμα για την χώρα.

Ένα όραμα που έδινε ελπίδα και προοπτική σε κάθε Ελληνίδα και Έλληνα.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια περιοριστικών πολιτικών έντονης λιτότητας, αλλά και μετά την απόλυτη απογοήτευση της κοινωνίας από τους θιασώτες των «εύκολων λύσεων» και τους προπαγανδιστές με τα «παχιά λόγια», δεν έχουμε το δικαίωμα να αποτύχουμε!

Γι’ αυτό, το όραμα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας και η πρόταση της προς του Έλληνες, δεν μπορεί   να συγκροτείται από επιμέρους πελατειακές ή συντεχνιακές υποσχέσεις, διευθετήσεις συμφερόντων, βερμπαλιστικά συνθήματα ή …πολιτικά αφελείς προτάσεις, όπως πρόσφατα χαρακτήρισε ο Πρωθυπουργός ολόκληρη την πολιτική ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ από το 2011 μέχρι σήμερα…

Το όραμα μας πρέπει να είναι ένα πλαίσιο προτάσεων που θα απαντά με μεθοδικότητα σε πραγματικά προβλήματα, αλλά και θα θέτει ρεαλιστικούς στόχους για το μέλλον της χώρας. Αυτό καλούμαστε να ξεκινήσουμε στην επερχόμενη συνδιάσκεψη, αλλά και να το συνεχίσουμε μέχρι τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

Τελικός, στόχος, όλης αυτής της πολιτικής διαδικασίας, τουλάχιστον για εμάς στις Κινήσεις Πολιτών, είναι η συγκρότηση ενός νέου ενιαίου πολιτικού φορέα με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, εκλεγμένη ηγεσία και ενιαία αιρετά συλλογικά όργανα, που θα δώσει στον χώρο μας δυνατότητα παρέμβασης στις εξελίξεις αλλά και στον λαό μας μια νέα προοπτική.

Η οργανωτική-εκλογική αφετηρία για αυτή την προσπάθεια ήταν οι εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου. Η ουσιαστική πολιτική αφετηρία, όμως, γίνεται εδώ και μερικούς μήνες, με την συγκρότηση των ομάδων εργασίας για την επεξεργασία των επιμέρους προτάσεων, που θα συζητηθούν στην συνδιάσκεψη, και με την συγκρότηση των Περιφερειακών Συντονιστικών Συμβουλίων της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε κάθε Περιφέρεια.

Αυτή η διαδικασία, εδώ στην Κρήτη, έγινε παρουσία της Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Φώφης Γεννημάτα, του Προέδρου της ΔΗΜΑΡ, Θανάση Θεοχαρόπουλου και του εκπροσώπου των «Κινήσεων Πολιτών» Νίκου Διακουλάκη, πριν δυο περίπου μήνες.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Αυτή η νέα πολιτική πρόταση που επιδιώκουμε να διαμορφώσουμε, προφανώς δεν θα είναι μια πρόταση «εν κενό».

Σίγουρα, οφείλει να πιάνει το νήμα από τις βασικές και θεμελιώδεις αξίες της ελληνικής και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και να αντιλαμβάνεται την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία σήμερα, αλλά και στην πολύ χειρότερη που θα βρεθεί σε μερικούς μήνες από τώρα, λόγω της άστοχης, άνευ σχεδίου πολιτικής της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Έτσι, πρέπει να στηριχτούμε στα θετικά που έχει δημιουργήσει αυτός ο χώρος, που κυρίως εκφράστηκε από το ΠΑΣΟΚ, τα τελευταία 40 χρόνια. Αλλά και να ενσωματώσουμε την εμπειρία από τα λάθη, τις στρεβλώσεις, τις παραλείψεις, αλλά και τις ηθικές παρεκτροπές, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου αυτό συνέβη.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι πριν την πραγματική «πρώτη φορά αριστερά», το 1981, η χώρα μας δεν είχε κοινωνικό κράτος! Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι υπήρχαν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, χωρίς καν συνταξιοδοτική κάλυψη, όπως οι αγρότες.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι η χώρα δεν είχε σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο και θεσμοθετημένους κανόνες πραγματικής ισότητας των δύο φύλλων. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι δεν υπήρχε Εθνικό Σύστημα Υγείας, όπως σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι δεν υπήρχαν οι υποδομές παιδείας και έρευνας τέτοιες ώστε η μόρφωση να είναι πραγματικό κτήμα του λαού. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι στην Ελλάδα δεν λειτουργούσε πραγματικά το λεγόμενο «κοινωνικό ασανσέρ», αφού μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν μπορούσαν να ελπίζουν στην κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη τους.

Στην ουσία, πριν το 1981, η χώρα «άνηκε μεν στην Δύση» & την ΕΟΚ, αλλά δεν ήταν πραγματικό «δυτικό» κράτος. Δηλαδή, δεν ήταν ένα κράτος με όλα τα στοιχεία του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους, που είχαν θεμελιωθεί στην τότε λεγόμενη, «Δυτική Ευρώπη».

Όταν, το καλοκαίρι του 2015, σε αυτό το άστοχο και κοστοβόρο για τον λαό και την χώρα δημοψήφισμα που προκάλεσε ο πανικόβλητος κ. Τσίπρας, ταχτήκαμε υπέρ του «ΝΑΙ», δεν το κάναμε γιατί θέλαμε τα νέα μέτρα της «πρότασης Γιούνκερ» των 8δις, που και αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Αλλά γιατί υπερασπιζόμασταν αυτό το λαϊκό και εθνικό κεκτημένο! Ένα κεκτημένο που θα εξαϋλωνόταν αν η χώρα κατρακυλούσε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και €. Αυτή την Ευρωπαϊκή προοπτική θέλαμε να κατοχυρώσουμε, να υπερασπιστούμε και σήμερα να συνεχίσουμε.

Τώρα, λοιπόν, πρέπει να χτίσουμε  τη νέα πρόταση μας βάζοντας πολύ ψηλά την κοινωνική μας πολιτική. Την πολιτική που σε μεγάλο βαθμό μας διαφοροποιεί από τις δυνάμεις του φιλελευθερισμού & της αχαλίνωτης δράσης των αγορών.

Έχοντας στο μυαλό μας αυτές τις παλαιότερες μας επιλογές οφείλουμε να τους δώσουμε ένα σύγχρονο περιεχόμενο. Η νέα πρόταση μας για το κοινωνικό κράτος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την τεράστια κοινωνική φθορά που δημιούργησαν οι αναγκαστικές, μέχρι ένα σημείο, πολιτικές λιτότητας και να απαντάει στη «νέα φτώχεια» και τη «νέα περιθωριοποίηση» που πλήττει πολλές κοινωνικές ομάδες.

Η πρόταση μας αυτή οφείλει να είναι στοχευμένη, αποτελεσματική, δίκαιη και κυρίως να αξιολογείται για τα πραγματικά της επιτεύγματα.

Πλέον η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε επιδόματα και σε μια έμμεση αύξηση του ιδιωτικού εισοδήματος. Η κοινωνική πολιτική της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να στηρίζεται στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, που από την μια θα στηρίζουν όσους δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά, αμβλύνοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό, αλλά από την άλλη θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ίσες ευκαιρίες στην μόρφωση, την γνώση, την επαγγελματική κατάρτιση και την εργασία, ώστε να επανέλθει η δυνατότητα σε όλους να αλλάξουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας απέδειξε ότι και μέσα στην κρίση μπορούν να ασκηθούν τέτοιες πραγματικά αριστερές πολιτικές. Μια τέτοια πολιτική ήταν αυτή του «Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος», που εισήγαγε στο τέλος του 2014 ο Βασίλης Κεγκέρογλου, ως Υφυπουργός Εργασίας, την οποία με συνοπτικές διαδικασίες εξαφάνισε η Κυβέρνηση της λεγόμενης «πρώτης φορά αριστεράς».

Ταυτόχρονα, όμως, η πρόταση μας, που συμπυκνώνεται στον όρο «Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο» πρέπει να δίνει απαντήσεις και στο πως θα παραχθεί ο πλούτος. Γιατί, χωρίς νέο πλούτο δεν μπορεί να θεμελιωθεί το νέο κοινωνικό κράτος, ούτε μπορούν να αμβλυνθούν οι πραγματικές ανισότητες και να δοθούν ίσες ευκαιρίες σε όλους.

Το νέο αυτό κοινωνικό συμβόλαιο θα πρέπει να το διαμορφώσουμε μαζί με την κοινωνία και τους παραγωγικούς φορείς. Και κάνω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ σε αυτό που βιώσαμε τα χρόνια της κρίσης, δηλαδή στο μοντέλου ενός ανορθολογικού & λαϊκίστικου συνδικαλισμού.

Ενός συνδικαλισμού που ήταν κατεξοχήν συντεχνιακός και μακριά από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και την εθνική προσπάθεια για την διασφάλιση των γεωπολιτικών κεκτημένων μας, αλλά και τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα. Ενός συνδικαλισμού που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση του «αντιμνημονιακού μετώπου», αφού δεν τέθηκε επικεφαλής των μεγάλων αλλαγών.

Για εμάς, τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, το συνδικαλιστικό κίνημα και επιμέρους επιστημονικές, επαγγελματικές και επιμελητηριακές οργανώσεις είναι βασικοί εταίροι στην διαμόρφωση του κοινωνικού συμβολαίου. Χωρίς αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει ένα εφαρμόσιμο και δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο και μεγάλης διάρκειας συνεννόηση.

Άρα, σε αυτή την βάση πρέπει να αγωνιστούμε, μέσα από τις τάξεις μας για την διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου συνδικαλισμού! Ενός συνδικαλισμού που θα είναι εθνικός και κοινωνικός. Δηλαδή, που θα θέτει εθνικού επιπέδου προτάγματα μέσα στα οποία θα εντάσσει την ευημερία του κάθε κλάδου και επαγγελματικής τάξης.

Είναι δική μας ευθύνη, της Σοσιαλδημοκρατίας, να απαντήσουμε  σε αυτή την πρόκληση με τις πρωτοβουλίες μας και να ξεπηδήσει από τις τάξεις μας αυτό το νέο συνδικαλιστικό & επαγγελματικό κίνημα.

Κλείνω αυτή την παρένθεση επισημαίνοντας ότι είναι ευθύνη και του συνδικαλιστικού χώρου και των επαγγελματικών ενώσεων να χαράξουμε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα στηρίζει κυρίως πολιτικές τόνωσης της παραγωγής.

Γιατί, όλοι ξέρουμε, ότι αυτό που οδήγησε στην μεγάλη κρίση, πέρα από τις κακουργηματικές πολιτικές της Κυβέρνησης Καραμανλή, ήταν και η κατάρρευση, σταδιακά μετά το 2002, του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Ενός μοντέλου που στηριζόταν κυρίως στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, με δανεικά, και στην παροχή υπηρεσιών μόνο στο εσωτερικό της χώρας. Ενός μοντέλου που διακρινόταν από την μηδενική ως ελάχιστη σύνδεση της πανεπιστημιακής έρευνας με την επιχειρηματική καινοτομία και την παραγωγή. Και που αρκούνταν στις πολιτικές τεχνητής τόνωσης της ζήτησης (π.χ. με τις επιδοτήσεις για tablets, ή αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού), στην κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, ή με νομικά τερτίπια στην διαμόρφωση ιδιωτικών μονοπωλίων σε διάφορες δραστηριότητες. Ενός μοντέλου που πολλές φορές στηριζόταν –και ίσως το κάνει ακόμα- στην «αρπαχτή», την φοροδιαφυγή και την υπερκοστολόγηση προϊόντων και υπηρεσιών.

Σήμερα, σε μια οικονομία που πραγματικά λειτουργεί με πολύ μεγάλη ταχύτητα σε ένα πλήρως παγκοσμιοποιημένο σκηνικό δεν μπορεί να υπάρξει πλούτος χωρίς ανταγωνιστική, καινοτόμα και διαρκώς εξελισσόμενη παραγωγή. Χωρίς ποιοτικά προϊόντα προστιθέμενης αξίας, που θα παράγονται στην Ελλάδα και θα διακινούνται σε όλο τον κόσμο. Χωρίς επιχειρηματική δημιουργία και επιχειρηματικότητα ευκαιρίας.

Για να το πετύχουμε αυτό είναι θεμελιώδης όρος η προσέλκυση ξένων επενδύσεων σε τομείς στους οποίους η χώρα μας έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά και στους οποίους υπάρχει ενεργή διεθνής ζήτηση. Αυτό όμως δεν φτάνει! Αν θέλουμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας θα πρέπει να αξιοποιήσουμε και το δυναμικό που υπάρχει ήδη στην Ελλάδα, αλλά και τους δεκάδες χιλιάδες Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό!

Είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο διοικητικού τύπου που θα περιορίζουν την γραφειοκρατία. Αλλά πραγματικές μεταρρυθμίσεις που θα απελευθερώνουν την αγορά και διαλύουν τις όποιες στρεβλώσεις και τα καρτέλ.

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα βοηθήσουν κυρίως τη νέα γενιά, που βιώνει δραματικά αδιέξοδα, να αναπτύξει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και να δημιουργήσει επιχειρήσεις που σε πρώτη φάση θα υποστηρίξουν τις ξένες επενδυτικές πρωτοβουλίες και που στην συνέχεια θα μπορέσουν να γίνουν πιο εξωστρεφείς.

Αν αυτή την μεγάλη τομή, που ακούει στον όρο «οικονομική δημοκρατία», δεν την κάνει ο πολιτικός χώρος της Σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να την κάνει κανείς. Και αν αυτό δεν γίνει σύντομα, τότε το μόνο σίγουρο ότι η «ανάπτυξη» που θα έρθει θα βρίσκεται πιο κοντά στις αντιλήψεις την Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή, θα είναι μια ανάπτυξη για λίγους, που σημαντικό τμήμα της θα μεταφέρεται ως κέδρος στο εξωτερικό.

Από την άλλη, φίλες και φίλοι, γνωρίζουμε όλοι, ότι η χώρα μας, παρά τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της περιόδου 1994-2000 και 2009-2011 εξακολουθεί να έχει έναν δημόσιο τομέα που δεν διακρίνεται για τον ευρωπαϊκό του χαρακτήρα.

Όμως, αυτό πρέπει να αλλάξει! Είναι σε όλους μας κατανοητό, ότι καμία αναπτυξιακή πολιτική, αλλά και καμία κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να πετύχει, αν έχουμε ένα κράτος δυσλειτουργικό, κομματικό και διεφθαρμένο, με άχρηστες δομές και αντιπαραγωγικές διαδικασίες.

Άρα, άλλο ένα σημαντικό σκέλος της μεταρρυθμιστικής πολιτικής μας πρότασης, οφείλει να είναι η ανασυγκρότηση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους. Μια ανασυγκρότηση που θα πρέπει να αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες, τόσο εσωτερικά όσο και στην εξ αποστάσεως εξυπηρέτηση του πολίτη, και να θεμελιώνει μια γενναία αποκέντρωση πόρων και εξουσιών.

Αλλά, κυρίως, να κατοχυρώνει την αξιοκρατία και την διαφάνεια. Είναι προφανές, ότι για να δομηθεί ένα τέτοιο κράτος θα πρέπει να συγκρουστούμε με τα κακώς κείμενα του παρελθόντος, δηλαδή και με τον κακό εαυτό του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που συμμετείχε και ανέχτηκε σε κάποιο βαθμό, κατά το παρελθόν, την πελατοκρατία και τον συντεχνιασμό, μέσα στον δημόσιο τομέα.

Προσωπικά, θεωρώ επίσης, ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναμόρφωση του κράτους χωρίς κατάργηση υπηρεσιών και δημιουργία νέων, χωρίς προαιρετικές και αναγκαστικές μετατάξεις προσωπικού, χωρίς οργανωμένη & υποχρεωτική μετάθεση ικανών υπαλλήλων προς την περιφέρεια και χωρίς στοχευμένες πρόωρες συνταξιοδοτήσεις ή απολύσεις υπαλλήλων. Δηλαδή υπαλλήλων που είναι ακατάλληλοι αλλά και που δεν επιθυμούν να συνεργαστούν/συμμετάσχουν σε αυτή την προσπάθεια. Δηλαδή που δεν επιθυμούν να επιμορφωθούν ή να αλλάξουν θέση, ή αντικείμενο, ή μέθοδο εργασίας, κλπ.

Οι φίλοι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να καταλάβουν ότι υπηρετούν τους πολίτες και για αυτό έχουν προσληφθεί. Αυτοί είναι οι εργοδότες τους! Και η εκάστοτε Κυβέρνηση είναι ο «διαχειριστής» στον οποί ο λαός δίνει εντολή να καθορίσει την δομή και το μοντέλο λειτουργίας του δημοσίου. Η αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα είναι ευθύνη των Κυβερνήσεων και οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να αποδέχονται τις δομικές & διαχειριστικές επιλογές που οι Κυβερνήσεις κάνουν για αυτό τον σκοπό.

Ομοίως, φίλες και φίλοι, δεν μπορεί να υπάρξει αναμόρφωση του κράτους, ώστε να γίνει «στρατηγείο» όπως, ήδη από το 1993, είχε πει ο Ανδρέας Παπανδρέου, χωρίς διαρκείς διαδικασίες επιμόρφωσης και κατάρτισης των στελεχών του, αλλά και χωρίς αλλαγή του αντικειμένου πολλών υπηρεσιών, ώστε αυτό να είναι εποπτικό & ελεγκτικό διαδικασιών, που θα ανατεθούν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα, και όχι εκτελεστικό αυτών.

Φίλες και φίλοι,

Κλείνοντας επιβάλλεται να πω και δύο λόγια για το πραγματικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η χώρα σήμερα, λόγω της διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και της «παρέας» του Μαξίμου.

Βιώνουμε όλοι τα αποτελέσματα μιας πολιτικής που δεν συγκροτήθηκε πάνω στις αυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με στόχο την εξαπάτηση του ελληνικού λαού.

Όλοι γνωρίζουμε ότι το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 ή το 2015 δεν είχε καμία διαφορά από τα αντίστοιχα συνθήματα και τις ιδεοληψίες που είχαν τα προγράμματα τους το 2007 ή το 2009. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ, είχε ως πρόταγμα του αυτές τις προτάσεις, θα ήταν ακόμα στο 4% και 5%…

Ο ελληνικός λαός ποτέ δεν είδε μέσα σε αυτές τις προτάσεις ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και κάποιο όραμα για το μέλλον της χώρας. Το μόνο που έβλεπε ήταν διάφορες μεγάλες ιδέες και ωραία λόγια που δεν απαντούσαν ποτέ στο «πως», «πότε», «που», «με ποιους» και με τι πόρους… Γι’ αυτό και ποτέ δεν τους εμπιστεύτηκε!

Αντίθετα, τους έδωσε σημασία, όταν «έκρυψαν» το πραγματικό -κατά βάση αναχρονιστικό- πρόγραμμα τους, που αντιστοιχεί περισσότερο σε σχετικά απομονωμένη μια χώρα του 20ου αιώνα με δικό της νόμισμα, και πρόταξαν το «πρόγραμμα» εξαπάτησης του λαού…

Όλοι βιώσαμε τις τραγικές συνέπειες της μερικής απόπειρας εφαρμογής αυτού του «αντιμνημονιακού» προγράμματος και ακόμα περισσότερο όλοι βλέπουμε καθημερινά ποιο είναι το σταθερό εδώ και χρόνια πολιτικό τους πρόγραμμα στην δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την υγεία, την ανάπτυξη, κλπ.

Επί 15 ολόκληρους μήνες δεν έχουν νομοθετήσει καμία απολύτως μεταρρύθμιση για την οικονομία και την αγορά.

Καμία απολύτως διαδικασία για τον εκσυγχρονισμό του δημοσίου και την βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δαπανών του. Καμία απολύτως ρύθμιση που να αναβαθμίζει το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, ώστε να την καθιστά μοχλό κοινωνικής & επαγγελματικής αναβάθμισης ή αναπτυξιακό εργαλείο για την χώρα. Ίσα – ίσα σε αυτόν τον τομέα κάνουν το ακριβώς αντίθετο!

Ούτε καν κάποια ρύθμιση για την καταπολέμηση της διαφθοράς, της διαπλοκής, του λαθρεμπορίου και όλων αυτών με τα οποία ο Αλέξης Τσίπρας συγκρούεται καθημερινά, με τα λόγια, χωρίς στην πράξη να κάνει τίποτα.

Είμαι σίγουρος ότι όσο περνάει ο καιρός ο λαός θα καταλαβαίνει την πραγματική «γύμνια» αυτής της «αριστεράς».

Θα καταλαβαίνει ότι ποτέ δεν είχαν κάποιο σχέδιο για αυτή την χώρα. Θα καταλαβαίνει ότι οι απόψεις τους είναι εγκλωβισμένες σε ιδεολογικά σχήματα που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Θα καταλαβαίνει ότι πρακτικές τους είναι συγκεντρωτικές, αυταρχικές και αντιδημοκρατικές και ως εκ τούτου αδύναμες να εμπνεύσουν τους πολίτες και να κινητοποιήσουν τις δημιουργικές δυνάμεις εντός της δημόσιας διοίκησης, αλλά και συνολικά της κοινωνίας.

Φίλες και φίλοι,

γι’ αυτό και για όλα όσα έχω αναφέρει, είναι ευθύνη μας να δώσουμε διέξοδο στην αγωνία του λαού μας και απαντήσεις στις ανάγκες του.

Γιατί αν δεν το κάνουμε εμείς υπεύθυνα και αποφασιστικά, τότε η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί στο άλλο άκρο. Δηλαδή στην παλινόρθωση της παράταξης της Νέας Δημοκρατίας, που κατέστρεψε την χώρα την περίοδο 2005-2009.

Στην παλινόρθωση μιας ελληνικής δεξιάς που ταυτίζει την μεταρρύθμιση με την λιτότητα για την μισθωτή εργασία.

Που ταυτίζει την ανάπτυξη με την μη δίκαιη φορολόγηση του κέρδους.

Που ταυτίζει την επενδυτική ευκαιρία με την χαλάρωση των περιβαλλοντικών όρων και των όρων κοινωνικής προστασίας.

Που ταυτίζει την αξιοποίηση του περιβαλλοντικού, πολιτιστικού και συμβολικού κεφαλαίου αυτού του τόπου με την απόλυτη εμπορευματοποίηση του.

Που αποδέχεται την προοπτική της Ελλάδας ως μιας χώρας «έντασης εργασίας», αντί μια χώρα «έντασης της γνώσης».

Φίλες και φίλοι,

στην προσεχή συνδιάσκεψη μας καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις και προτάσεις για όλα αυτά τα ζητήματα. Και ταυτόχρονα να περιγράψουμε το όραμα μας για μια ασφαλή, δημοκρατική, παραγωγική, δίκαιη, ευρωπαϊκή χώρα στον σύγχρονο κόσμο.

Παράλληλα, καλούμαστε μέσα από τις προτάσεις μας να αντιμετωπίσουμε μαζί με την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική οικογένεια τις μεγάλες παγκόσμιες προσκλήσεις, όπως είναι η κλιματική αλλαγή και η μετανάστευση.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων που θα προτείνουμε σε όλα τα επίπεδα, στους θεσμούς, την δημόσια διοίκηση, την οικονομία, την παιδεία, την έρευνα, την υγεία, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και αυτές τις μεγάλες παγκόσμιες αλλαγές, που δεν μπορούμε να αποφύγουμε!

Πλέον καμία χώρα δεν μπορεί να σταθεί μόνη της στον κόσμο, δίνοντας προοπτική στον λαός της, αντιμετωπίζοντας παράλληλα με αποτελεσματικότητα, τις προκλήσεις που υπάρχουν.

Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος που επιβάλλεται να συμβάλουμε και εμείς στην διαμόρφωση μιας προοδευτικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, μετά από μια δεκαετία κυριαρχίας της δεξιάς…

Μια κυριαρχία που έχει οδηγήσει σε πολλά δυσάρεστα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά και ακόμα σε χειρότερα πολιτικά, όπως η άνοδος της ακροδεξιάς και διαφόρων εθνικιστικών απομονωτικών κινημάτων, που εύηχα αυτοαποκαλούνται «ευρωσκεπτικιστικά».

Με αυτές τις σκέψεις και πολλές άλλες που έχουν κατατεθεί ανά την Ελλάδα σε ανάλογες εκδηλώσεις, αλλά και στα πολιτικά κείμενα της συνδιάσκεψης, οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία, συμμετέχουν στην μεγάλη προσπάθεια που συνεχίζουμε και από την Κρήτη για το χτίσιμο μιας νέας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής παράταξης στην Ελλάδα.

Ευχαριστώ.

Μανώλης Πετράκης

Μέλος Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής «Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία»,  Μέλος Περιφερειακού Συντονιστικού Συμβουλίου Κρήτης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης

ΣΧΟΛΙΑ