Το νέφος ως νέα μορφή δικτατορίας
26/04/2026
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Η Κυβέρνηση της ΝΔ απειλεί την αυθεντικότητα και την μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα και ανθεκτικότητά του
Ήδη, από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου (1914, 1919), η Ελλάδα έκανε τα πρώτα βήματα για την ανάδειξη του ιστορικού της πλούτου και των αρχαίων μνημείων της ως «εργαλείο» για την προσέγγιση επισκεπτών. Η κορύφωση αυτών των αρχικών πρωτοβουλιών ήταν η ίδρυση του ΕΟΤ το 1929, επίσης επί Κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου, αλλά και της Τουριστικής Αστυνομίας(!) το ίδιο έτος. Από τότε, παρά επιμέρους στρατηγικές και διαχειριστικές αδυναμίες, έχουν γίνει πολλά βήματα, τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, για την ανάπτυξη του τουρισμού και την καθιέρωση του ως σημαντικής συνιστώσας της εθνικής οικονομίας και ως κρίσιμο εργαλείο της περιφερειακής ανάπτυξης.
Την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, η τελευταία Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., το Υπουργείο Τουρισμού, ο ΕΟΤ, αλλά και «φωτισμένοι» προοδευτικοί Δήμαρχοι (π.χ. Μπουτάρης), έβαλαν στο επίκεντρο το άνοιγμα σε νέες τουριστικές αγορές (Ρωσία, Τουρκία, Ισραήλ, κ.λπ.), την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, αλλά και την διασύνδεση του τουρισμού με άλλους κλάδους των τοπικών οικονομιών (π.χ. αγροδιατροφή, πολιτισμός, κ.α.). Το 2011, στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα είχε 20,31 εκ. ετήσιες αφίξεις σε ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και κάμπινγκ με 87,55 εκ. διανυκτερεύσεις, έναντι 16,01 εκ. αφίξεις το 2008, με 65,62 εκ. διανυκτερεύσεις. Το 2018 έφτασε στις 33,58 εκ. αφίξεις με 142,94 εκ. διανυκτερεύσεις και σήμερα (2024) στις 37,15 εκ. αφίξεις, εκ των οποίων 27,37 εκ. είναι ξένοι επισκέπτες, με 152,94 εκ. διανυκτερεύσεις το χρόνο. Από τα τρέχοντα στοιχεία όμως διαπιστώνεται ότι η μέση διάρκεια παραμονής των ξένων παρουσίασε σταδιακή μείωση μετά το 2014, από περίπου 5,25 νύχτες το 2014 σε 4,68 νύχτες το 2024.
Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι, ενώ ο αριθμός των αφίξεων διαρκώς αυξάνεται, η διάρκεια παραμονής των ξένων επισκεπτών παρουσιάζει τάση μικρής μείωσης τα τελευταία χρόνια. Είναι σαφές ότι, αυτό το γεγονός, επηρεάζει συνολικά την τουριστική δαπάνη, τα έσοδα των καταλυμάτων, τα οφέλη για την ελληνική οικονομία, αλλά κυρίως το πραγματικό αναπτυξιακό αποτύπωμα του τουρισμού στην περιφέρεια. Ταυτόχρονα, η διαρκής ανάπτυξη του τουρισμού χωρίς την παροχή ευκαιριών, δυνατοτήτων, κινήτρων και υποδομών για την ανάπτυξη άλλων εξωστρεφών οικονομικών κλάδων, οδηγεί στην εγκατάλειψη της περιφέρειας και στη λεγόμενη «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού, που καθιστά την οικονομία της χώρας μας πιο επισφαλή και λιγότερο ανθεκτική σε κάθε είδους κρίσεις.
Παράλληλα, οι πιο προβεβλημένες τουριστικές περιοχές της χώρας μας βρίσκονται σε ένα σημείο καμπής αντιμετωπίζοντας περιστασιακά (κάποιες χρονικές περιόδους ή συγκεκριμένες ημέρες ή ώρες, κ.λπ.) φαινόμενα «υπετουρισμού», που επηρεάζουν την ποιότητα της εμπειρίας των επισκεπτών, αλλά κυρίως, την αντίληψη ποιότητας ζωής των πολιτών. Αυτή η κατάσταση εγκυμονεί τον κίνδυνο για επιμέρους κοινωνικές συγκρούσεις, που επίσης μπορούν να πλήξουν την ποιότητα της εμπειρίας των επισκεπτών και το τουριστικό προϊόν της χώρας.
Απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα και δυνητικά προβλήματα, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παραμένει απαθής και άβουλη. Δέσμια στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ολιγαρχικών συμφερόντων και πραγματικά αδιάφορη για την καθημερινότητα των κατοίκων και την σημαντική έλλειψη υποδομών, σχεδόν σε όλη την ελληνική περιφέρεια, που όλοι βιώνουμε, είτε ως κάτοικοι είτε ως επισκέπτες. Επιμένει να προωθεί την μαζικοποίηση του φτηνού τουρισμού με ξενοδοχειακές μονάδες «τέρατα», που αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία ολόκληρων περιοχών και το τουριστικό μας προϊόν, αλλά και να προωθεί τη βραχυχρόνια μίσθωση με λογική επενδυτικού ‘real estate’, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στους μόνιμους κατοίκους, τους φυσικούς πόρους και τις υποδομές.
Ταυτόχρονα, επιλέγοντας τον στρουθοκαμηλισμό, επιτίθεται σε όσους επισημαίνουν τις αδυναμίες της συνολικής οικονομικής, αναπτυξιακής και επενδυτικής πολιτικής της, που πλήττουν τις προοπτικές της χώρας και την καθημερινότητα των πολιτών. Μόλις πρόσφατα, η κα. Κεφαλογιάννη επιτέθηκε στον Δήμαρχο Αθηναίων για τις επισημάνσεις του σχετικά με την άναρχη και άλογη τουριστική ανάπτυξη τύπου real estate, που απειλεί εμβληματικές γειτονιές της Αθήνας, αλλά και τα αστικά κέντρα πολλών ελληνικών πόλεων. Είναι προφανές ότι κα. Κεφαλογιάννη αγνοεί τόσο την πραγματικότητα της Αθήνας, που πλέον είναι ο δέκατος πιο κορεσμένος προορισμός παγκοσμίως (10,2 εκατομμύρια επισκέπτες το 2025 σε σύγκριση με έναν πληθυσμό 640.000, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχαν 1.594 τουρίστες για κάθε 100 ντόπιους), όσο και τους κινδύνους, για όλη τη χώρα, από το στρεβλό αναπτυξιακό μοντέλο που προωθεί η Κυβέρνηση της.
Η κυβερνητική πολιτική στον τουρισμό χαρακτηρίζεται από τη λογική ‘come and served’ προς τους επενδυτές, χωρίς κανένα στόχο, εθνική στρατηγική ή περιβαλλοντικό ή άλλο όριο. Αυτή η πολιτική φέρνει κέρδη σε λίγους και απειλές για την αυθεντικότητα του τουριστικού μας προϊόντος, την περιφερειακή ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Απειλές από τον υπερτουρισμό, μέχρι την έλλειψη καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού, από την επιβάρυνση των τουριστικών προορισμών από κάθε είδους ρύπανση και την αδυναμία διαχείρισης των απορριμμάτων, μέχρι τις ελλείψεις σε νερό ή άλλους φυσικούς πόρους, και, από τις αθρόες εισαγωγές διαφόρων προϊόντων για να καλυφθεί η ζήτηση από τους τουρίστες (έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών), μέχρι την εκτίναξη της αξίας των ακινήτων και των ενοικίων.
Ο τουρισμός μας είναι οι άνθρωποι και το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον!
Διαπιστώνοντας τις αδυναμίες και τους κινδύνους της αναπτυξιακής -τουριστικής πολιτικής της Κυβέρνησης, γίνεται σαφές ότι, δεν μπορεί να υπάρξει περαιτέρω βιώσιμη και επωφελής για τη χώρα ανάπτυξη του τουρισμού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «φέρουσα ικανότητα» των προορισμών. Μια ικανότητα που αφορά τόσο τις υποδομές, όσο και κυρίως τους ανθρώπινους και τους φυσικούς πόρους! Η οικονομία, κάθε τομέας της, επιβάλλεται να αντιμετωπίζεται με ρεαλισμό, μακροπρόθεσμη στρατηγική και διορατικότητα. Κάθε επιμέρους επιλογή επιβάλλεται να είναι αειφόρα και περιβαλλοντικά βιώσιμη, αλλά και να σχεδιάζεται με σαφείς ιδεολογικές κατευθύνσεις και κοινωνικές προτεραιότητες, στη βάση πραγματικών δεδομένων!
Ο λεγόμενος «υπερτουρισμός», που απειλεί ορισμένες περιοχές της χώρας μας, δεν είναι απλά ο υπερπληθυσμός τουριστών, όπως τυχόν τον βιώνει κάποιος σε έναν νησιωτικό ή παραλιακό τουριστικό προορισμό ή περπατώντας στο τουριστικό κέντρο μιας πόλης (Αθήνα, Ηράκλειο, κ.α.), ούτε φυσικά ο λεγόμενος «μαζικός τουρισμός». Υπερτουρισμός είναι το φαινόμενο της συνολικής συμφόρησης ενός τόπου από τον υπερβολικά υψηλό αριθμό επισκεπτών, που έχει ως αποτέλεσμα πολλαπλά προβλήματα στο περιβάλλον και την κοινωνία. Μια συμφόρηση που τελικά επηρεάζει με ιδιαιτέρως αρνητικό τρόπο για πολύ χρόνο τόσο την αντίληψη ποιότητας της ζωής των πολιτών όσο και την ποιότητα των εμπειριών των επισκεπτών.
Συνεπώς, στο πλαίσιο της αναπτυξιακής, επενδυτικής, περιβαλλοντικής και αστικής πολιτικής, επιβάλλεται να σχεδιαστούν υποδομές που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες κατοίκων και τουριστών. Ένα νέο αεροδρόμιο, ένας νέος αυτοκινητόδρομος ή ένας νέος σταθμός επιβατών, κ.α. μπορούν να αντιμετωπίσουν φαινόμενα υπερπληθυσμού και ελλείψεις που υποβαθμίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών και την εμπειρία των επισκεπτών. Από την άλλη όμως, δύσκολα αντιμετωπίζονται οι φυσικοί, πολεοδομικοί και αρχαιολογικοί περιορισμοί που υπάρχουν σε πολλές ιστορικές και «παλιές» πόλεις της χώρας, όπως π.χ. το Ηράκλειο «εντός των Τειχών» ή η περιοχή της Πλάκας στην Αθήνα, ή στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων.
Στο ίδιο πλαίσιο αειφορίας και ασφάλειας, επιβάλλεται να αντισταθούμε στον τουρισμό τύπου «Ντουμπάι» ή «κονσέρβα», όπου όλα είναι τεχνητά και κατασκευασμένα με υλικά αταίριαστα για κάθε περιοχή, όπου όλα είναι αρχιτεκτονικά και αισθητικά ομοιόμορφα, και απογυμνωμένα από τα χρώματα, τα αρώματα, τις γεύσεις και τους ανθρώπους κάθε τόπου της πατρίδας μας. Ο ελληνικός τουρισμός είναι οι άνθρωποι και το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον!
Πόσο αναπτυξιακός και επωφελής για τις τοπικές κοινωνίες και την τοπική οικονομία είναι ο τουρισμός λίγων διανυκτερεύσεων “all inclusive”, που στηρίζει η Κυβέρνηση, όπου κάθε τόπος επιβαρύνεται με το κόστος διαχείρισης όλο και μεγαλύτερου όγκου απορριμμάτων, χωρίς τα αντίστοιχα έσοδα; Με την έλλειψη ή την πολύ ακριβή για τους μόνιμους κατοίκους παροχή νερού, μέσω αφαλάτωσης ή άλλων κοστοβόρων έργων; Με κάθε είδους ρύπανση (π.χ. ηχορύπανση), με συνωστισμό εντός των αστικών ζωνών και με συμφόρηση λόγω ελλιπών κυκλοφοριακών ή άλλων υποδομών;
Πόσο αναπτυξιακός και επωφελής για τις τοπικές κοινωνίες και την τοπική οικονομία είναι ο τουρισμός, που προωθεί η Κυβέρνηση με πολυεθνικές ξενοδοχειακές μονάδες-μεγαθήρια, μέσα από τις λεγόμενες «στρατηγικές επενδύσεις», που αλλοιώνουν το φυσικό τοπίο, με πολύ μικρό μέρος των τουριστικών εσόδων να καταλήγει έμμεσα ή άμεσα στη τοπική οικονομία; Τα κέρδη των πολυεθνικής διαχείρισης μονάδων καταλήγουν στο εξωτερικό ή με μορφή μερισμάτων σε μετόχους που δεν ζουν τοπικά. Ομοίως, καταλήγουν στο εξωτερικό, οι μισθοί των εργαζομένων που δεν κατοικούν μόνιμα σε κάθε τόπο. (Αλήθεια, πόσους εργαζόμενους από την Κρήτη ή την Ελλάδα θα απασχολεί ένα ‘ξενοδοχείο-χωριό’ 5.000 κλινών;) Επίσης, έσοδα, που παλιότερα ενίσχυαν την εθνική οικονομία, πλέον φεύγουν στο εξωτερικό μέσω άλλων πολυεθνικών επιχειρήσεων (π.χ. λιμάνια, αεροδρόμια). Ακόμα και τα έσοδα που καταλήγουν στον κρατικό κορβανά, μέσω φορέων όπως μουσεία ή αρχαιολογικοί χώροι, επίσης δεν παρέχουν ανταποδοτικά τίποτα στον τόπο που λειτουργούν, ο οποίος διαρκώς επιβαρύνεται!
Αλήθεια, τέλος, πόσο «ελληνικός» είναι ένας τουρισμός όπου πολλές υπηρεσίες άμεσης εξυπηρέτησης και επικοινωνίας θα παρέχονται από «μετακλητούς» εργαζόμενους μερικών μηνών από το Μπαγκλαντές, την Ινδονησία, τις Φιλιππίνες; Εργαζόμενους που, ούτε τους δίνεται η ευκαιρία ούτε, πρόκειται να ενταχθούν στον ελληνικό χώρο και πολιτισμό δια της παιδείας, εκπαίδευσης, γλώσσας, κ.λπ.
Λαμβάνοντας, υπόψη τα παραπάνω, ο τουρισμός, ως κλάδος αιχμής της ελληνικής οικονομίας, επιβάλλεται να προστατευτεί από κάθε είδους εξωγενείς ή ενδογενείς απειλές και κάθε είδους κρίσεις. Για το ΠΑ.ΣΟ.Κ. – Κίνημα Αλλαγής, μια υπεύθυνη και προοδευτική πολιτική δύναμη, είναι απόλυτη προτεραιότητα η ανάδειξη μιας αναπτυξιακής στρατηγικής, που θα οδηγεί στην ισόρροπη ανάπτυξη κέντρου και περιφέρειας, αλλά και, στην ενίσχυση και άλλων κλάδων της ελληνικής οικονομίας. Ώστε να επιτευχθεί η αναγκαία διαφοροποίηση και ανθεκτικότητα της, χωρίς να εγκλωβίζεται στη «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού των πολυεθνικών και του επενδυτικού real estate, όπως συνειδητά επιλέγει η Νέα Δημοκρατία. Έτσι, επιβάλλεται να σχεδιαστούν πολιτικές και να ληφθούν μέτρα για την τουριστική οικονομία, που:
- Θα στηρίξουν και θα ενισχύσουν την εθνική και τοπική ξενοδοχειακή και τουριστική μικρο-επιχειρηματικότητα, ώστε το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων να παραμένει στην χώρα και τις τοπικές οικονομίες.
- Θα ενισχύσουν την τουριστική εκπαίδευση και κατάρτιση του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να προστατευτεί η ποιότητα και η αυθεντικότητα του τουριστικού προϊόντος, αλλά και η παραμονή περισσότερων πόρων (π.χ. μισθοί, κ.α.) στις τοπικές κοινωνίες.
- Θα περιορίσουν τις ξενοδοχειακές μονάδες-«μεγαθήρια», που επιβαρύνουν υπέρμετρα τους φυσικούς πόρους και τις δημοτικές υπηρεσίες, υπέρ των μεσαίων ή οικογενειακών ξενοδοχειακών μονάδων και των καταλυμάτων εναλλακτικών μορφών τουρισμού, που στηρίζουν την τοπική απασχόληση και τον ελληνικό τουρισμό φιλοξενίας.
- Θα αντιμετωπίσουν εν την γενέσει τους φαινόμενα «υπερτουρισμού», δίνοντας στις τοπικές αυτοδιοικητικές αρχές τα θεσμικά εργαλεία για τη λήψη αποφάσεων και για την οργάνωση του προορισμού, αλλά και, επαρκείς και άμεσους ανταποδοτικούς πόρους (π.χ. τέλος κρουαζιέρας, τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση, κ.α.) για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες σε επίπεδο υπηρεσιών (διαχείριση απορριμμάτων, ύδρευση, αστυνόμευση, κ.λπ.) και υποδομών (χώροι στάθμευσης, πάρκα, αστικό πράσινο, κ.α.)
- Θα κατευθύνουν άλλους κλάδους της παραγωγής και των υπηρεσιών σε μια βιώσιμη και αποδοτική συνεργασία με τον τουριστικό κλάδο, με όρους αποκέντρωσης και χωρίς υπέρμετρη εξάρτηση.
- *Εμμανουήλ Πετράκης, Μέλος Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής και μέλος Γραμματείας Τομέα Τουρισμού ΠΑ.ΣΟ.Κ.-Κίνημα Αλλαγής

