Τα Συμπεράσματα από την εκδήλωση με αντικείμενο την πρόκληση των οργανωμένων επαγγελμάτων στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο

Το θέμα της   πρόκλησης των οργανωμένων επαγγελμάτων στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, άνοιξε ο  Γραμματέας των «Κινήσεων Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία», Μιχάλης Χάλαρης, με τη συζήτηση που οργανώθηκε στις 30/1/19 στο αμφιθέατρο της ΓΣΕΒΕΕ.

Ο Γραμματέας των  «Κινήσεων Πολιτών για τη Σοσιαδημοκρατία» τόνισε ότι  η κρίση συνδέεται και με την κρίση των επαγγελμάτων και το brain drain χρειάζεται αποτελεσματική αντιμετώπιση, δεδομένου ότι τα επαγγελματικά προσόντα είναι ένας μοχλός ανάπτυξης της χώρας.

Ακολούθησαν οι εισηγήσεις του κ. Γεώργιου Τσοπάνογλου, για την κατάσταση στην  Ελλάδα και τις εξελίξεις στον  Ευρωπαϊκό Χώρο των Δεξιοτήτων, του κ. Κώστα Κρεμαλή, για τα Επαγγελματικά Δικαιώματα των Τεχνικών Επαγγελμάτων στην ΕΕ και στη Χώρα μας και του κ. Γιάννη Οικονομίδη, για την  Πιστοποίηση Επαγγελματικών Προσόντων και τη σύνδεσή της με την αγορά εργασίας.

Έγιναν  παρεμβάσεις από  τον εκπρόσωπο της ΕΣΕΕ κ. Δημήτρη Πρίφτη , τον εκπρόσωπο του ΙΜΕ/ΓΣΕΒΕΕ κ. Γιώργο Θανόπουλο , τον εκπρόσωπο του ΙΝΕ/ ΓΣΕΕ κ. Χρήστο Γούλα και τον εκπρόσωπο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Σύρο Κοσκοβόλη.                  

Επίσης ακολούθησαν πολλές τοποθετήσεις και ερωτήσεις στους εισηγητές από τους παριστάμενους.

Ο κ. Γεώργιος Τσοπάνογλου, Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Εργασίας και των Επαγγελμάτων του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου και Διευθυντής του Εργαστηρίου Κοινωνιολογίας της Εργασίας, Επαγγελμάτων με έμφαση τις νέες τεχνολογίες, που εισηγήθηκε το θέμα «Από τον κ. Η Ελλάδα και Ευρωπαϊκός Χώρος των δεξιοτήτων. European Qualification Area» επισήμανε ότι:

…Πριν μερικές μέρες κατατέθηκε η Έκθεση για την μεγάλη πυρκαγιά στο Μάτι, Αττικής με τους 100 νεκρούς το καλοκαίρι του 2018. Η έκθεση ανέφερε ότι υπάρχει μια πλειάδα φορέων, οργανισμών (πέραν των 40 ) οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την αντιμετώπιση των καταστροφών. Πρόσφατη πάλι έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) ανέφερε ότι ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται ταχύτατα με δραματικές επιπτώσεις για το μέλλον αυτής. Η ανεργία στην Χώρα μας είναι η υψηλότερη στην Ευρωπαική Ένωση ο δε αριθμός της νεανικής ανεργίας είναι παθολογικά υψηλός. Τα ποσοστά της φτώχειας είναι επίσης μεγάλα και ο αριθμός των επιστημόνων που ξενιτεύεται είναι πολύ μεγάλος (πέραν των 600.000 ).

Στην ουσία έχουμε μια δραματική αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού, ενώ ταυτόχρονα μεγάλοι τομείς δραστηριότητας όπως η αγροτική οικονομία, ο τουρισμός, ο πολιτισμός περιβάλλον, οι μεταφορές, οι νέες τεχνολογίες, οι υπηρεσίες στους τομείς που προαναφέραμε, έχουν δυσκολία να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Περιττό να πούμε ότι οι φορείς αυτοί δεν συνεργάζονται μεταξύ τους, όπως π.χ.  αναφέρθήκαμε αρχικά με τους πολλούς φορείς η οργανισμούς στο θέμα διαχείρισης των φυσικών κινδύνων αλλά και στην οικονομία της ζωής όπως στα τρόφιμα με τον  τουρισμό, η τη βιομηχανία με τον τουρισμό και τις μεταφορές που αποτελούν βασικά στοιχεία της ανταγωνιστικότητας μας στον διεθνή και ευρωπαικό καταμερισμό εργασίας (προβλήματα δηλαδή  στην ανάπτυξη της αξιακής αλυσίδας).

Υπάρχουν προβλήματα γενικά στην ανάπτυξη της Εθνικής Αγοράς η οποία με τις πόλεις ως σημεία παραγωγής και διάθεσης συγκροτεί ένα ενιαίο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης το οποίο είναι πρωτεύον στην τωρινή κατάσταση της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Στα πλαίσια αυτού του συστήματος η χώρα μας δεν έχει ακόμη ολοκληρωμένο  Κτηματολόγιο, και στο Υπουργείο Εσωτερικών, ενώ  η χωρική διάσταση είναι ουσιαστική προϋπόθεση για την εξέλιξη της Εθνικής Αναπτυξιακής Περιβαλλοντικής, Αστικής Τουριστικής διαδικασίας.

Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι η ένταξή μας στην ΕΕ έφερε το Κοινωνικό Ταμείο, τον φορέα που είναι υπεύθυνος για τους ανθρώπινους πόρους (Επαγγελματική Βιομηχανική Κατάρτιση/ Εκπαίδευση, Αθλητισμός, Πολιτισμό, Εργασία, Υγεία). Το Ταμείο αυτό αντιμετωπίζει ενιαία την Εργασιακή διαδικασία με τις οργανωτικές της συνιστώσες που αποτελούν τις συνθήκες αναπαραγωγής αυτής (δηλαδή την επαγγλεματική εκπαίδευση και την υγεία και ασφάλεια της εργασίας). Αυτή η κοινωνική πλατφόρμα για να συνγκροτηθεί και να λειτουργήσει χρειάζεται την συμφωνία των κοινωνικών εταίρων σε κάθε κράτος-μέλος (π.χ. Πράσινη Βίβλος, Κοινωνικός Διάλογος) μια και αποτελεί πεδίο ευθύνης των Κρατών Μελών και ως εκ τούτου σε αυτούς επαφίεται η οργάνωσή του εκεί που λειτουργούν οι τοπικές κοινωνίες, δηλαδή στους δήμους και  τις τοπικές κοινότητες. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς διότι το τοπικό στοιχεία στην ΕΕ έχει πολυμορφία η οποία απαιτεί τον διάλογο εκ των έσω και απο την βάση. Γιαυτό και οι Τοπικές Συμπράξεις (Local Partnerships) που ξεκίνησαν απο την Ιρλανδια με την συνεργασία του ΟΟΣΑ το 1995 εξαπλώθηκαν σε όλη τη ΕΕ και έγιναν η μέθοδος εφαρμογής των λειτουργιών του Τοπικού Κοινωνικού Κράτους. Η περιφερειακή διάσταση εδώ αποτελεί ένα μεγάλο θέμα λόγω της αδυναμίας στην χώρα μας συγκρότησης οριζοντίων συνεργασίων τοπικού χαρακτήρα, αποκέντρωση δηλαδή και ουσιαστική οικονομική αυτάρκεια στις δημοτικές αρχές για να λειτουργήσει το τοπικό κράτος με αειφορία όχι κεντρικά και με επιδοτήσεις πελατειακού τύπου. Τα σχετικά σχέδια για τις Τοπικές Συμπράξεις ατρόφισαν και δεν υφίστανται πλέον.

Παράλληλα η ΕΕ δημιούργησε υποδομές έρευνας και ανάπτυξης με την μορφή των τρίων Ερευνητικών Ιδρύματων (Δουβλίνο, (EUROFOUND), Βερολίνο, (CEDEFOP) (αργότερα Θεσσαλονίκη) και Μπιλμπάο) (OHSA) τα οποία συνεργάζονται για  το Ενιαίο χώρο των Επαγγελμάτων και των Προσόντων δηλαδή την ανάπτυξη της εργασίας, της κατάρτισης, των συνθηκών εργασίας, την εργονομία, την  υγεία και την ασφάλεια στην εργασία και φυσικά στην ανάπτυξη της δια βίου μάθησης (Ίδρυμα Θεσσαλονίκης). Αυτή πλέον είναι η δυναμική της Εργασίας και Κατάρτισης στα πλαίσια εφαρμογής της Διαδικασίας της Λισσαβώνας κατά της Πτώχειας. Δηλαδή Εργασία και Εκπαίδευση συγκροτούν ένα διττό σύστημα (εργασία και αναπαραγωγή της εργασιάς).

Η Ελλάδα παρόλο που έχει στο έδαφος της το αντίστοιχο Ιδρυμα, για την ανάπτυξη του Ενιαίου Χώρου των Πιστοποιημένων Επαγγελμάτων CCEDEFOP), είναι η μόνη χώρα που δεν έχει ολοκληρώσει  έναn Κατάλογο Επαγγελμάτων ο οποίος αποτελεί  έκφραση μιας σύνδεσης του εκπαιδευτικού τομέα με αυτόν της Εργασίας.

Υπάρχει σημαντικό κενό μεταξύ της εκπαίδευσης και του χώρου των επαγγελμάτων στην χώρα μας. Πολλές σπουδές δεν συνδέονται οργανωτικά με τον χώρο της εργασίας ως χώρου  εφαρμογής των παρόλη την ρητορική που βλέπει θετικά μια τέτοια σχέση. Το κενό οφείλεται στο γεγονός ότι ακόμη και τώρα δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες κοινωνικές επιστήμες, πχ. η Κοινωνιολογία της Οργάνωσης της Εργασίας, της Βιομηχανίας, των Πόλεων, της Κατατνάλωσης, της Τρίτης Ηλικίας (Γεροντολογία είναι Ιατρική Ειδικότητα) της Ενέργειας κ.α. σε ένα ενιαίο Τμήμα για την επεξεργασία όλων αυτών που μας ζήτούν οι Κοινωνικοί Θεσμοί της Ευρώπης (όχι μόνο οι νομικές οδηγίες αλλά και οι κοινωνικές εφαρμογές και να τα οργανώσουμε για την Κοινωνική Ανάπτυξη. Η απουσία σχετικών Τμημάτων στα μεγάλα μας Εθνικά Πανεπιστήμια και στα Πολυτεχνεία (σε αντίθεση φυσικά με γειτονικές χώρες , καθώς και  την Ισπανία, την  Πορτογαλία, την Ιρλανδία κλπ.) μαρτυρά μιά μεγάλη έλλειψη η οποία επιρρεάζει αρνητικά την εξέλιξη της Κοινωνιάς των Επαγγελματιών Πολιτών αλλά και το δημόσιο συμφέρον. Το Δίκαιο όπως είναι και η Οικονομία δεν συνδέονται με αναφορά την Γενική Κοινωνία, αλλά μόνο την ιδιωτική, γι αυτό και υπάρχει αυτή η Γενικευμένη Ανομία π.χ. σε εκπαιδευτικούς φορείς οι οποίοι έχουν προβλήματα βιωσιμότητας.

Η δόμηση ενός Καταλόγου Επαγγελμάτων αποτελεί μια ουσιαστική συγκρότηση ενός νέου Κράτους πέραν των παραδοσιακών προβλημάτων που είναι το πελατειακό σύστημα. Επομένως η ουσιαστική συγκρότηση ενός οργανωμένου συστήματος επαγγελμάτων αποτελεί για σήμερα τόσο σημαντικό θέμα όσο αποτελεί το σύστημα σήμανσης της κυκλοφορίας.. Η έλλειψη αυτού επιφέρει τις συγκρούσεις που έχουμε σήμερα. Η ανασφάλεια του μέλλοντος της εργασίας στην Ελλάδα οφείλεται και στις ελλιπείς υποδομές στην αγορά εργασίας. Γι΄ αυτό η πληροφόρηση στην αγορά εργασίας η προσφορά και η  ζήτηση, η σύνδεση των εθνικών και τοπικών πλεονεκτημάτων της χώρας με την εκπαίδευση, την έρευνα και τις εφαρμογές με βάση, όχι τις γνωριμίες μόνο αλλά τις δεξιότητες. Τις θέσεις εργασίας που είναι συνδεμένες με σχετικές περιγραφές καθηκόντων και όχι γενικών καθηκόντων χωρίς π.χ. ειδικότητες για τις υπηρεσίες στους πολίτες (όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε στα στελέχη δημοτικών οργανισμών στους δήμους της χώρας) αποτελεί ύψιστο πολιτικό θέμα εκσυγχρονισμού.

Δεν διαθέτει η Πολιτεία επαρκείς πόρους επιστημονικά οργανωμένους για να ασχοληθεί με ένα τόσο σημαντικό θέμα παρόλη την σχετική κοινωνική χρηματοδότηση του ανίστοιχου ταμείου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το πεδίο θα μείνει στην τωρινή του αμορφία. Η παγκοσμιοποίηση και κάποιοι άλλοι, που μπορεί  να είναι αυτοί που …έφυγαν, θα βρούν  τρόπο να ξανάρθουν με κάποιο τρόπο. Εν το μεταξύ η αδύνατη κοινωνική συνοχή, η αύξηση της οργανωμένης αλλά και διάσπαρτης εγκληματικότητας και την ανάδυση ακραίων πολιτικών σχηματισμών δημιουργούν μια αστάθεια που νομίζουν κάποιοι ότι  αντιμετωπίζονται μόνο με τον γνωστό νομικό τρόπο της Αναθεώρησης του Εθνικού Συντάγματος. Η χώρα πρέπει να κατανοήσει τα δραματικά προβλήματα της κοινωνικής αλλαγής η οποία έχει μπει μέσα και ανατρέπει το υφιστάμενο κατεστημένο σύστημα της εργασίας. Το έχει ήδει κάνει ουσιαστικά αλλά εμείς το αντιμετωπίζουμε όπως την φωτιά στο Ματί πέρισυ.

Χρειαζόμαστε νέα όργανα για να καταλάβουμε την νέα κοινωνία της εργασίας η οποία έχει ισχυρή δόση συμμετοχικότητας και συνεργασίας μιας και ξεκινά από τα κάτω.

Bottom-Up Social Entrepreneurship !

Ο  κ. Κων/νος Κρεμαλής – Διπλ. Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ, Αντιπρόεδρος του ΠΣΧΜ και Μέλος τη Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ που εισηγήθηκε το θέμα «Τα “Επαγγελματικά Δικαιώματα” των Τεχνικών Επαγγελμάτων στην Ε.Ε και στην χώρα μας» αναφέρθηκε λεπτομερώς στη βάση δεδομένων(1) που έχει δημιουργηθεί τελευταία από την ΕΕ με τη συνεργασία των Κρατών Μελών, αλλά χωρίς ενεργή συμμετοχή της χώρας μας και περιλαμβάνει εξαιρετικά χρήσιμα στοιχεία προς μελέτη και εξαγωγή συμπερασμάτων για τη ρύθμιση των επαγγελμάτων στη βάση επαγγελματικών προσόντων στα διάφορα Κράτη Μέλη.

Επισήμανε ότι ιδιαίτερα στα τεχνικά επαγγέλματα, απαραίτητο επαγγελματικό προσόν για την άσκηση μιας ή συναφών δραστηριοτήτων και ανεξάρτητα του επιπέδου εκπαίδευσης είναι η αποκτώμενη πείρα, που κυρίως λαμβάνεται υπόψη για την αυτόματη αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματιών των Κρατών μελών.

Επίσης τόνισε ότι στο επίπεδο των μηχανικών με ελάχιστα τα 4 έτη σπουδών, η κατοχύρωση, ιδιαίτερα στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, βασίζεται σε απονομή επαγγελματικού τίτλου από εξουσιοδοτημένους επαγγελματικούς φορείς, παρά σε αποκλειστική κατοχύρωση επαγγελματικών δραστηριοτήτων με την ευθύνη Κρατικών φορέων. Παράλληλα εφαρμόζονται συστήματα ελέγχου των Κανονισμών, Προδιαγραφών και Προτύπων που πρέπει να διέπουν τις βιομηχανικές και κατασκευαστικές δραστηριότητες, είτε από Κρατικούς φορείς, είτε από εξουσιοδοτημένους ιδιωτικούς και η ευθύνη των μηχανικών, που αναλαμβάνεται και ασφαλίζεται αποσκοπεί στην ικανοποίηση των κυρίων των δραστηριοτήτων από τα αποτελέσματα των ελέγχων.

Τέλος αναφέρθηκε στο νομοθετικό πλαίσιο της Γερμανίας για την οργάνωση της επαγγελματικής μεταδευτεροβάθμιας κατάρτισης, που ικανοποιεί τους μελλοντικούς επαγγελματίες, αφού τους παρέχει εφόδια να εργασθούν  είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες είτε ως στελέχη επιχειρήσεων με όρους που τους εξασφαλίζουν αξιοπρεπή και καρποφόρο επαγγελματική δραστηριότητα. Είναι το πλαίσιο στο οποίο βασίσθηκε η ανάπτυξη και η ανταγωνιστικότητα της Γερμανικής οικονομίας.

Αναφερόμενος στα κρατούντα στη χώρα μας:

  • Επισήμανε την χρήση του αδόκιμου όρου «Επαγγελματικά δικαιώματα» αντί της «ρύθμισης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στη βάση επαγγελματικών προσόντων», ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η ανάγκη αιτιολόγησης της ρύθμισης.
  • Παρουσίασε περιληπτικά την εξέλιξη του θεσμικού πλαισίου για τα «επαγγελματικά δικαιώματα» των τεχνικών όλων των επιπέδων από τη δεκαετία του 1930 έως τις μέρες μας και στάθηκε ιδιαίτερα στα συντεχνιακά δικαιώματα κατά τις αδειοδότησεις δόμησης κτιριακών έργων, ίδρυσης-λειτουργίας των βιομηχανιών και εγγραφής στα Μητρώα μελετητών-κατασκευαστών δημοσίων έργων.
  • Επισήμανε την καθυστέρηση στην οργάνωση των τεχνικών επαγγελμάτων της μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης που άρχισε το 2014, αλλά και τις άσκοπες Υπερρυθμίσεις που έχουν θεσμοθετηθεί ειδικά για τα επαγγέλματα του ηλεκτρολόγου, του ψυκτικού, του υδραυλικού, του εγκαταστάτη εξοπλισμού Φ.Α. και των συντηρητών της βιομηχανίας.
  • Τόνισε τα χρονίζοντα προβλήματα και τις στρεβλώσεις που δημιουργούνται με την απονομή των επαγγελματικών δικαιωμάτων στους διπλ. και πτυχιούχους Μηχανικούς στη βάση Ακαδημαϊκού και όχι Επαγγελματικού τίτλου και είναι ο συντεχνιασμός, η απαξίωση διπλωμάτων και οι δυσκολίες αναγνώρισης όσων Ευρωπαίων επιθυμούν να εργαστούν στη χώρα. Προβλήματα που δυναμιτίζουν και τροχοπεδούν την ανάπτυξη. Δυστυχώς το πρόσφατο ΠΔ 99/2018 προϊόν μνημονιακών δεσμεύσεων, με τίτλο «Ρύθμιση του επαγγέλματος του μηχανικού με καθορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων ανά ειδικότητα», δεν επιλύει τα προβλήματα και έχει προκαλέσει κατάθεση δέκα αιτήσεων ακύρωσης στο ΣτΕ, από Επιστημονικούς Φορείς και Συλλόγους διπλ. Μηχανικών.

Ο κ. Κρεμαλής κατέληξε ότι βρισκόμαστε σε μεταβατικό στάδιο οργάνωσης του επαγγέλματος των μηχανικών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που πρέπει να γίνει με πιστή εφαρμογή των Ευρωπαϊκών Οδηγιών στη βάση των αρχών της επαγγελματικής ελευθερίας, της αναλογικότητας της ρύθμισης και των όρων του ανταγωνισμού.

 

 Ο κ. Γιάννης Οικονομίδης, Γραμματέας του Τομέα Δημόσιων Υποδομών & Μεταφορών του Κινήματος Αλλαγής που εισηγήθηκε το θέμα « H Πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων και η σύνδεσή της με την αγορά εργασίας» επισήμανε ότι :

  • η πιστοποίηση είναι μια αναγκαιότητα στην πορεία εξέλιξης κάθε στελέχους, δεδομένου ότι στη διάρκεια της καριέρας αποκτώνται προσόντα και δεξιότητες τα οποία θα πρέπει να πιστοποιούνται.

  • Το θέμα της πιστοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων ή προσόντων των επαγγελματιών αποτελεί τη σημαντικότερη παράμετρο στην δια βίου εκπαίδευσης

  • Το διεθνές πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ ISO/IEC 17024 είναι μια αποδεκτή προδιαγραφή για την πιστοποίηση προσώπων.

  • Τα Σχήματα Πιστοποίησης θα πρέπει να ανήκουν στους φυσικούς τους ιδιοκτήτες που δεν είναι άλλοι από τους εκπροσώπους των κλάδων της οικονομίας.

Ο κ. Πρίφτης, εκπρόσωπος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου & Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), στην παρέμβασή του χαιρέτησε την εκδήλωση και ευχαρίστησε εκ μέρους της ΕΣΕΕ για την πρόσκληση.

Στη συνέχεια, ο κ. Πρίφτης αναφέρθηκε σε ορισμένα ζητήματα, τα οποία αναφέρθηκαν στις προηγούμενες εισηγήσεις,  ως εξής:

  • Σε σχέση με τον κοινωνικό διάλογο, ενώ αυτός είναι ένα βασικό εργαλείο κοινωνικής ωρίμανσης των γενικότερων ρυθμίσεων, ωστόσο η πρακτική του εφαρμογή δείχνει ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο της βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς του
  • Αναφορικά με το δυικό σύστημα εκπαίδευσης, ανέφερε το ιστορικό της μαθητείας στην Ελλάδα και τις πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο αυτό. Ακόμα, σημείωσε ότι, εκτός από την αναμφισβήτητη αξία της μαθητείας όσον αφορά την εκπαιδευτική της διάσταση, υπάρχει και η συζήτηση σχετικά με τη διάστασή της ως ενεργητική πολιτική απασχόλησης. Σε σχέση με αυτή, έχει προβληθεί ως δεδομένο ότι χώρες που διαθέτουν εκτεταμένα και καλά εγκαθιδρυμένα συστήματα μαθητείας, παρουσιάζουν χαμηλότερα ποσοστά νεανικής ανεργίας. Ωστόσο, δεν έχει γίνει απολύτως σαφές το κατά πόσον τα δύο αυτά γεγονότα συνδέονται άρρηκτα με όρους αιτίου-αιτιατού, ή το αποτέλεσμα (τα χαμηλά ποσοστά νεανικής ανεργίας δηλαδή) προκύπτει λόγω άλλων παραγόντων στις συγκεκριμένες χώρες.
  • Σχετικά με την πιστοποίηση προσόντων, ο κ. Πρίφτης υπογράμμισε ότι οι πιστοποιήσεις που έχουν γίνει δεν έχουν προκύψει τόσο από τις απαιτήσεις της αγοράς αυτής καθαυτής, όσο κυρίως από την απαίτηση συγχρηματοδοοτύμενων έργων κατάρτισης. Επίσης, ο κ. Πρίφτης υποστήριξε ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα πιστοποίηση προσόντων για όλα τα επαγγέλματα σε όλες τις περιπτώσεις, παρά μόνον σε συγκεκριμένες ειδικότητες που είτε έχουν τεχνικό χαρακτήρα, είτε για συγκεκριμένους λόγους ζητείται σε κλάδους που έχουν εκ των πραγμάτων διεθνή διάσταση.

Στη συνέχεια  ο κ. Πρίφτης σύνδεσε το κεντρικό θέμα της εκδήλωσης με το ζήτημα της αναπαραγωγής της ειδικευμένης εργατικής δύναμης, σε όρους ποιότητας, ποσότητας και τύπους αυτής. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί μια ορθολογική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την ανακεφαλαίωση του περιεχομένου της εργασίας μέσω των επαγγελματικών περιγραμμάτων από τους κοινωνικούς εταίρους, τα οποία εκ των πραγμάτων έχουν ανάγκη από εμπλουτισμό και επικαιροποίηση, περνάει μέσα από διάφορα στάδια όπως η μεταγραφή σε όρους μαθησιακών αποτελεσμάτων, ο σχεδιασμός προγραμμάτων και η ενδεχόμενη πιστοποίηση προσόντων.

Τέλος, σε σχέση με το γενικότερο περιβάλλον της συζήτησης, ο κ. Πρίφτης έθεσε το ερώτημα για το κατά πόσον υπάρχει πραγματικά αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην Ελληνική αγορά εργασίας, καθώς έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς δεδομένα και έρευνες που δεν οδηγούν πειστικά προς ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα.

Ο κ. Γιώργος Θανόπουλος εκπρόσωπος του ΙΜΕ/ΓΣΕΒΕΕ στην παρέμβασή του, αναφέρθηκε στα παρακάτω ζητήματα:

Κατ’ αρχάς και εκ μέρους του Προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ του κ. Γιώργου Καββαθά να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση να συμμετέχουμε σε αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα  όσο και επίκαιρη εκδήλωση.

Η επαγγελματική εκπαίδευση ήταν ανέκαθεν ένας τομέας που ενδιέφερε τη ΓΣΕΒΕΕ και γενικότερα τις μικρές επιχειρήσεις της μεταποίησης και των υπηρεσιών διότι ακριβώς στις τάξεις των τεχνικών – επαγγελματικών σχολείων συνέρεε ένα σημαντικό τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού που αργότερα δημιουργούσε ή στελέχωνε τις μικρές επιχειρήσεις σε όλη την ελληνική επικράτεια. Σε αυτό το πλαίσιο έχει γίνει και η ανάπτυξη των επαγγελματικών περιγραμμάτων ως το σύνολο των βασικών και επιμέρους επαγγελματικών λειτουργιών που συνθέτουν το αντικείμενο εργασίας ενός επαγγέλματος ή μιας ειδικότητας καθώς και οι αντίστοιχες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που απαιτούνται για την ανταπόκριση στις λειτουργίες αυτές.

Ωστόσο η τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από στοιχεία έντονης υποβάθμισης. Επιπλέον ο κοινωνικός διάλογος ως βασικό εργαλείο συνεννόησης, διαπίστωσης των προβλημάτων και εξεύρεσης λύσεων διεξάγεται προσχηματικά και ασύνδετα, κυρίως με ευθύνη των κυβερνήσεων.

Θέτοντας το ζήτημα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο η ΓΣΕΒΕΕ έχει καταγράψει σημαντικά προβλήματα που πολύ συνοπτικά είναι τα εξής:

  • Σημαντικές κοινωνικές ανισότητες και έλλειψη μέτρων ουσιαστικής διασφάλισης ίσων ευκαιριών πρόσβασης στα διάφορα εκπαιδευτικά υποσυστήματα.
  • Μεγάλη ιδιωτική δαπάνη εκ μέρους των οικογενειών για τη στήριξη και την ενίσχυση των μαθητών εν γένει και για την απόκτηση πιστοποιητικών ξένων γλωσσών και βεβαιώσεων κατοχής δεξιοτήτων χρήσης Η/Υ.
  • Ανεπαρκείς πόροι του κρατικού προϋπολογισμού για την εκπαίδευση και την έρευνα
  • Υποβάθμιση και συρρίκνωση της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Έλλειψη ενός υγιούς συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης στο οποίο οι μαθητές θα μπορούν να συνδυάσουν τις θεωρητικές γνώσεις των τεχνικών ειδικοτήτων με την απόκτηση σύγχρονων επαγγελματικών δεξιοτήτων μέσω κατάλληλα σχεδιασμένης πρακτικής άσκησης.
  • Μειωμένος αριθμός ενδιαφερόμενων μαθητών στα ΕΠΑΛ/ΕΠΑΣ.
  • Όχι συνειδητή μαθησιακή και επαγγελματική επιλογή των ίδιων των μαθητών, αλλά «ανάγκη», λόγω αδυναμίας εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
  • Προβληματικός σχεδιασμός και δημιουργία ειδικοτήτων, ασχέτως των κλαδικών και τοπικών αναγκών.
  • Ανεπαρκή και -σε κάποιες περιπτώσεις- παρωχημένα περιεχόμενα εκπαίδευσης.
  • Πλημμελείς υποδομές ιδίως σε εργαστήρια εφαρμογών και χώρους πρακτικής άσκησης.
  • Έλλειψη συνεργασίας με επιχειρήσεις και οργανισμούς για την πρακτική άσκηση των μαθητών.
  • Συχνές αλλαγές πλαισίου χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και συστηματική υποστήριξη.
  • Έλλειψη δικτύου τεχνικών επαγγελματικών σχολών σε τομείς προσδοκώμενης ανάπτυξης όπως επισιτισμός, τουρισμός, αγροτική παραγωγή κτλ.
  • Έλλειψη αποτελεσματικού συστήματος μαθητείας (διττό σύστημα).
  • «Φορτωμένα» αναλυτικά προγράμματα (πολλές ώρες), με πολλά και συχνά ακατάλληλα μαθήματα και μικρό μαθησιακό αποτέλεσμα.
  • Η ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν έχει ουσιαστικά δομηθεί ως αυτοτελής εκπαιδευτική βαθμίδα, αλλά ως προετοιμασία για την είσοδο στην τριτοβάθμια.
  • Απουσία ορθολογικού συστήματος ελέγχου των ροών προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση σύμφωνα (και) με τις ανάγκες της χώρας.
  • Σημαντικό ποσοστό σχολικής διαρροής (14,5% – 2009 προ κρίσης).
  • Έλλειψη συστήματος συνεχούς εκσυγχρονισμού και βελτίωσης των εκπαιδευτικών περιεχομένων και των μεθόδων διδασκαλίας.
  • Προβληματικό σύστημα αρχικής ένταξης στην επαγγελματική δραστηριότητα και ελλιπές σύστημα συνεχούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών.
  • Παρωχημένες και αναποτελεσματικές εκπαιδευτικές μέθοδοι και τεχνικές, χωρίς ενεργητική συμμετοχή αυτών που μαθαίνουν και χωρίς ενίσχυση της κριτικής σκέψης.
  • Συχνές αλλαγές πολιτικής (ασυνεχείς κατ’ ευφημισμό μεταρρυθμίσεις), έλλειψη επαρκούς διοικητικού συντονισμού και λήψη αποφάσεων χωρίς να προηγηθούν μελέτες επιπτώσεων ή επαρκές διάστημα δοκιμών και πιλοτικών εφαρμογών για τα σημαντικά μέτρα.
  • Πολύ μικρή συμμετοχή των ενηλίκων στη διά βίου μάθηση. Ιδίως πολύ μικρή συμμετοχή των εργαζομένων και αυτοαπασχολουμένων στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση.
  • Έλλειψη σύνδεσης της χρηματοδότησης της πανεπιστημιακής έρευνας με τις ανάγκες και τις δυνατότητες αξιοποίησης καινοτόμων ερευνητικών αποτελεσμάτων εκ μέρους των μικρών ελληνικών επιχειρήσεων.

Ο κ. Χρήστος Γούλας, Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας/ΓΣΕΕ στην παρέμβασή του, αναφέρθηκε στα παρακάτω ζητήματα:

  • Τα επαγγέλματα απαιτείται να λειτουργούν ως η οργανική μονάδα, ως το σημείο αναφοράς, για το εργατικό δυναμικό, την αγορά εργασίας και την παραγωγική διαδικασία ιδιαίτερα την συγκεκριμένη χρονική περίοδο που η εργασία αποδυναμώνεται θεσμικά μέσω της υποτιμημένης αμοιβής της, της επικράτησης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης (μερική απασχόληση – εκ περιτροπής απασχόληση), της ενίσχυσης της αδήλωτης ή μερικώς δηλωμένης εργασίας και κυρίως μέσω της κατάργησης στην πράξη των Ελεύθερων Συλλογικών διαπραγματεύσεων, για τους όρους εργασίας, μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών.
  • Τα επαγγέλματα και οι απορρέουσες ειδικότητες χρειάζεται να ενισχυθούν και να αποτελέσουν την βάση σύναψης της εργασιακής σχέσης.
  • Η επερχόμενη ψηφιακή οικονομία, η ραγδαία εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, η αυτοματοποίηση, η ρομποτοποίηση κλπ. θα επηρεάσουν άμεσα και σε αρκετές περιπτώσεις συντριπτικά την δομή των επαγγελμάτων και κυρίως τις απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες που χρειάζονται για την ορθή και αποτελεσματική διεξαγωγή τους.
  • Το γεγονός αυτό, το οποίο είναι αδιαμφισβήτητο, δεν συνεπάγεται και ¨το τέλος των επαγγελμάτων¨. Αντιθέτως! Συνεπάγεται την (μετ)εξέλιξή τους καθώς και την εξέλιξη των γνώσεων και δεξιοτήτων που χρειάζεται να διαθέτει ή να αναπτύξει το εργατικό δυναμικό προκειμένου να επιτελέσει αποτελεσματικά τις επαγγελματικές λειτουργίες (κύριες και επιμέρους) ενός επαγγέλματος.
  • Στο πλαίσιο αυτό ο ρόλος της ανάπτυξης επαγγελματικών περιγραμμάτων με ευθύνη των οργανώσεων των εργαζομένων και των εργοδοτών, είναι κομβικός και συνεχής. Τα επαγγελματικά περιγράμματα, τα υφιστάμενα ή/και αυτά που θα δημιουργηθούν, χρειάζεται να επικαιροποιούνται, να εκσυγχρονίζονται συνεχώς, εντάσσοντας τις νέες γνώσεις και δεξιότητες που επέρχονται μέσω των εξελίξεων στην οικονομία και την παραγωγή (τεχνολογικές αλλαγές, ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας, οι παραγωγικές και οργανωτικές αναδιαρθρώσεις κλπ.)
  • Τα επαγγελματικά περιγράμματα εμπεριέχουν πολυδιάστατο ρόλο και η σημασία τους αποτελεί μια καλή πρακτική κοινωνικής διαβούλευσης μεταξύ εργαζομένων, εργοδοτών και κράτους. Τροφοδοτούν κομβικές θεσμικές-συστημικές λειτουργίες, προϊόντα ή/και υπηρεσίες όπως:
  • Τα προγράμματα σπουδών της μη τυπικής εκπαίδευσης (αναμόρφωση, τυποποίηση, εκσυγχρονισμός διασύνδεση με την αγορά εργασίας).
  • Το Εθνικό Πλαίσιο Πιστοποίησης Προσόντων.
  • Την επαγγελματική συμβουλευτική.
  • Την αναγνώριση ή επικαιροποίηση του περιεχομένου των επαγγελματικών δικαιωμάτων (Τα υφιστάμενα Ε.Π. αποτέλεσαν βασική πηγή πληροφόρησης για τη διαμόρφωση των νέων ρυθμίσεων επαγγελματικών δικαιωμάτων που αποτυπώνονται στα σχετικά Προεδρικά διατάγματα που αφορούν τεχνικές ειδικότητες).
  • Τη ρύθμιση των κλαδικών εργασιακών σχέσεων (Αποτέλεσαν βασική πηγή πληροφόρησης για τους διαμεσολαβητές του ΟΜΕΔ).
  • Τη ρύθμιση και διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ επαγγελμάτων, ειδικοτήτων και ειδικεύσεων με όρους βελτίωσης της λειτουργίας των κλαδικών αγορών εργασίας [Έχουν χρησιμοποιηθεί για να λυθούν εργατικές ή εργασιακές διαφορές σε δικαστήρια ή σε διαφορές που προκύπτουν μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών στο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς εργασίας (Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας)].
  • Ιδιαίτερο ρόλο στην ετοιμότητα και την ικανότητα του εργατικού δυναμικού να ανταπεξέλθει και να προσαρμόζεται στις παραπάνω προκλήσεις και εξελίξεις που δημιουργούνται στα επαγγέλματα, διαδραματίζουν τα συστήματα επαγγελματικής κατάρτισης και ιδιαίτερα αυτό της συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης. Βασικός ρόλος των συστημάτων επαγγελματικής κατάρτισης και των υποσυστημάτων τους (ενδοεπιχειρησιακή, διεπιχειρησιακή, ανέργων κλπ.) αποτελεί η συμπλήρωση, ο εκσυγχρονισμός, η ανανέωση, η κάλυψη των νέων δεξιοτήτων και γνώσεων που δημιουργούνται από το συνεχώς μεταβαλλόμενο παραγωγικό σύστημα καθώς και την δομή απασχόλησης.
  • Το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης οφείλει να λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα ‒του οποίου η πρωτογενής εκπαιδευτική και κοινωνικοποιητική λειτουργία χρειάζεται να επιτελείται, σε μεγάλο βαθμό, ανεξάρτητα από την τρέχουσα τουλάχιστον συγκυρία‒ και να καλύπτει συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας.
  • Διαπιστώνεται επείγουσα ανάγκη ποιοτικής αναβάθμισης και αναδιοργάνωσης του συστήματος της επαγγελματικής κατάρτισης με στόχο την κάλυψη των αναγκών σε νέες δεξιότητες που συνεχώς δημιουργούνται στην παραγωγική διαδικασία καθώς και την συμπλήρωση γνώσεων και δεξιοτήτων που από την φύση τους δεν είναι δυνατόν να καλύψει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ανάγκες που κυρίως δημιουργούνται κυρίως λόγω της οικονομικής και παραγωγικής συγκυρίας και μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την παραγωγικότητα.
  • Ωστόσο το συγκεκριμένο ζήτημα ουδόλως έχει απασχολήσει τα συναρμόδια υπουργεία (Παιδείας και Εργασίας) και ουδεμία πρωτοβουλία έχει ληφθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Οι οργανώσεις των εργαζομένων και κυρίως το Ινστιτούτο Εργασίας / ΓΣΕΕ έχουν λάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες διαλόγου και κατάθεσης προτάσεων στις οποίες συμμετέχουν οι εργοδοτικοί φορείς αλλά απουσιάζουν παντελώς οι αρμόδιες δημόσιες αρχές. Τέλος, στην συναφθείσα Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του έτους 2018, έχει συνομολογηθεί, μεταξύ των τριτοβάθμιων οργανώσεων εκπροσώπησης των εργαζομένων και των εργοδοτών, συγκεκριμένο άρθρο που αναφέρεται στην ανάληψη πρωτοβουλιών για την ποιοτική αναβάθμιση του πεδίου της Επαγγελματικής Κατάρτισης στην χώρα.

Ο κ. Σύρος Κοσκοβόλης  εκπρόσωπος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών αναφέρθηκε στην παρέμβασή του, στην ανάγκη σύνδεσης της  Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης  με τις  ανάγκες της  αγοράς εργασίας , την ανάπτυξη και  την απασχόληση. Συγκεκριμένα τόνισε ότι:

  • Ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μέχρι το 2020 η συμμετοχή του πληθυσμού ηλικίας 25-65 ετών, να αποτελεί το 15% της δια βίου μάθησης. Τις κορυφαίες επιδόσεις σήμερα έχουν η  Σουηδία, η Φινλανδία και η Δανία (31,7%),ενώ στην   Ελλάδα τα αντίστοιχα ποσοστά είναι  3 – 4%. Από μια έρευνα δεξιοτήτων της Ευρωπαϊκής  Ένωσης και του Ο.Ο.Σ.Α. σε 23 χώρες προέκυψε ότι  ένας (1) στους τέσσερεις  (4) ενηλίκες στην Ευρώπη δεν έχει βασικές δεξιότητες χρήσης υπολογιστή, ενώ ένας (1)  στους πέντε (5) έχει περιορισμένες δεξιότητες ανάγνωσης, γραφής και αριθμητικής. Το ποσοστό της υστέρησης είναι μεγαλύτερο μεταξύ των ανέργων, οι οποίοι κινδυνεύουν  να πέσουν στην «παγίδα των περιορισμένων δεξιοτήτων», καθώς συμμετέχουν ελάχιστα, ή καθόλου σε δραστηριότητες εκπαίδευσης ενηλίκων.
  • Το 25 % των ενηλίκων δεν διαθέτει τις αναγκαίες ψηφιακές δεξιότητες, ώστε να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τις Τ.Π.Ε. (Πηγή:Έρευνα ΕΕ- ΟΟΣΑ :Programme for the International Assessment of Adult CompetenciesPIAAC)
  • Η επαγγελματική εκπαίδευση  αποτελεί  τη βάση για την οικονομική, κοινωνική και ατομική ευημερία και εξέλιξη. Ο βαθμός αφομοίωσης νέων επαγγελματικών γνώσεων είναι ευθέως ανάλογος της ποιότητας της αρχικής παιδείας και των γενικών θεωρητικών γνώσεων. Κάθε νέα επαγγελματική γνώση απαξιώνεται σε 3, 5, ή 7 χρόνια. Εργαζόμενος που δεν ανανεώνει τις ειδικές γνώσεις του, κινδυνεύει να γίνει αντιπαραγωγικός και να χάσει την εργασία του.
  • Η εμπειρία και η προηγούμενη γνώση σε όλα τα επίπεδα αποτελεί τη βάση για την καλή αφομοίωση νέων γνώσεων και την επιτυχή και δημιουργική σύνθεσή τους.
  • Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών και καινοτομιών στη διοίκηση και παραγωγή της επιχείρησης, αποτελούν προϋπόθεση για τη νέα οικονομική ανάπτυξη , την απασχόληση και τη βιωσιμότητας της επιχείρησης, σε συνθήκες κρίσης και σκληρού ανταγωνισμού.
  • Ο κύριος παράγοντας που καθορίζει το επίπεδο απασχόλησης και ανεργίας του εργατικού δυναμικού είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Σε περιόδους κρίσης, το εργατικό δυναμικό απαξιώνεται μαζικά και πολλές χρήσιμες ικανότητες μηδενίζονται. Μια νέα εξειδικευμένη και στοχευμένη επαγγελματική κατάρτιση πάνω σε ένα υψηλό επίπεδο γνώσεων, μπορεί να βελτιώσει θεαματικά τους όρους για την επανεκκίνηση της οικονομίας πάνω σε νέες ανταγωνιστικές και βιώσιμες βάσεις.Έτσι, μπορούν να υπάρξουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και άνοιγμα του δρόμου για έξοδο από την κρίση.
  • Ο κλάδος της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης στην Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από το τέλος της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα, από πλήθος μεταβολών και μεταρρυθμίσεων οι οποίες άλλοτε εντάσσονταν στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας, άλλοτε στις οικονομικές εξελίξεις και στον αντίκτυπο που είχαν αυτές στην ελληνική αγορά εργασίας. Ωστόσο, παρά τις μεταβολές αυτές, υπάρχει ένα στοιχείο το οποίο παρέμενε σταθερό και αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του κλάδου: η σημαντική εξάρτηση της χρηματοδότησης του από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, ενώ η ζήτηση υπηρεσιών κατάρτισης μέσω ιδιωτικών πόρων παραμένει ακόμη και σήμερα χαμηλή.
  • Αναμφίβολα, αυτή η εξάρτηση από δημόσιους πόρους επηρεάζει αρνητικά την ορθολογική λειτουργία της αγοράς του κλάδου, καθώς καθιστά το κράτος ρυθμιστή των εξελίξεων λόγω του κεντρικού ρόλου στη διαχείριση και διανομή των πόρων. Άλλωστε, η δομή και η οργάνωση της ΣΕΚ στην Ελλάδα επέκτεινε τον κρατικό έλεγχο ακόμα και σε επιμέρους στοιχεία της – ως επί το πλείστον – ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως ο αριθμός και το αντικείμενο των προσφερομένων προγραμμάτων που προκηρύσσονται, η κατανομή των προκηρύξεων στο χρόνο, η έγκριση και κατανομή των προγραμμάτων ανάμεσα στα ΚΔΒΜ κλπ.
  • Αξίζει να σημειωθεί ότι μολονότι η εν λόγω εξάρτηση περιορίστηκε τα τελευταία χρόνια, μέσω της ανάπτυξης εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης κύρια για εργαζόμενους (με κυριότερη τον ΛΑΕΚ), οι ευρωπαϊκοί πόροι συνεχίζουν να καλύπτουν πάνω από το 50% της  δαπάνης των υλοποιούμενων προγραμμάτων κατάρτισης.
  • Ωστόσο, παρά την αύξηση των διαθέσιμων πόρων, οι δείκτες της εκπαίδευσης ενηλίκων στην Ελλάδα παραμένουν εξαιρετικά χαμηλοί και οι επιδόσεις της χώρας στη δια βίου μάθηση απέχουν πολύ από τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27 (2,9% στην Ελλάδα, έναντι 9,5% στην Ε.Ε.-27).
  • Οι πρόσθετες μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν κατά την περίοδο 2012-2014 στο πλαίσιο του Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στην αγορά επαγγελματικής κατάρτισης. Τα κύρια χαρακτηριστικά του αφορούν στη διεύρυνση της τυπολογίας των παρόχων κατάρτισης με τη θεσμοθέτηση των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης επιπέδου 1 και 2 και στη δημιουργία του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ) στον οποίον ενσωματώθηκαν οι αρμοδιότητες του πρώην ΕΚΕΠΙΣ.
  • Όμως, η επαγγελματική κατάρτιση ως ενεργητική πολιτική απασχόλησης χρηματοδοτούμενη και από το υπό διαμόρφωση νέο Σύμφωνο Εταιρικής Συνεργασίας (2014-2020), με βάση τις επείγουσες ανάγκες παρέμβασης στην αγοράς εργασίας της χώρας, απαιτεί τον καλύτερο δυνατό σχεδιασμό για τη διασφάλιση της μέγιστης αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.
  • -Η σύνδεση της εκπαίδευσης των νέων, γενικής και επαγγελματικής, με τις παραγωγικές ανάγκες και συνθήκες της χώρας, για την  συνάντηση δύο διαφορετικών «κόσμων», αυτόν της «παιδείας» και αυτόν της «αγοράς» είναι επιτακτική ανάγκη. Η ελληνική οικονομία και η επιχειρηματικότητα έχουν να κερδίσουν πολλά από την αντιστοίχιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια της βίου μάθησης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και ιδίως με την αποδοτική συνάντησή τους με τις νέες τεχνολογίες.
  • Φυσικά η προοπτική της επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από τους γενικότερους στόχους της παιδείας και του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα. Η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να παράγει «παραπανίσιο εργατικό δυναμικό με προσόντα» το οποίο θα μεταναστεύει (brain drain) για να εξασφαλίσει, τουλάχιστον τα προς το ζην.

Λαμβάνοντας υπόψη την επιτακτική ανάγκη της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, εκτιμούμε ότι πρέπει να υλοποιηθούν διαρθρωτικές παρεμβάσεις στο σχεδιασμό και υλοποίηση πολιτικών κατάρτισης, ώστε να μετατραπούν από  μέσον επιδοματικής πολιτικής σε ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης.

Πιο συγκεκριμένα τα προγράμματα της συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης πρέπει :

  • να εξυπηρετήσουν άμεσα τον εκσυγχρονισμό των κλάδων και συστάδων κλάδων στους οποίους έχει η χώρα συγκριτικό πλεονέκτημα και για τους οποίους διαμορφώνονται οριζόντιες ενισχύσεις και πόλοι ανταγωνιστικότητας
  • να ενταχθούν λειτουργικά σε ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στις τοπικές αγορές εργασίας, ενισχύοντας τις αποκεντρωμένες πολιτικές απασχόλησης και διευκολύνοντας την κινητικότητα των εργαζομένων
  • να εξυπηρετήσουν την απόκτηση ικανοτήτων, γνώσεων και δεξιοτήτων σε νέες ειδικότητες και επαγγέλματα τα οποία αποδεδειγμένα χρειάζεται η οικονομία της χώρας
  • να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της νέας καινοτόμας επιχειρηματικότητας και της επιχειρηματικότητας επιμέρους ομάδων του πληθυσμού
  • να ενισχύσουν την προσαρμοστικότητα εργαζομένων και αυτοαπασχολούμενων στις μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις με βάση ενδοεπιχειρησιακούς και διεπιχειρησιακούς σχεδιασμούς
  • να συμβάλλουν ουσιαστικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας, διασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή
  • να καλύψουν χάσματα γνώσεων που προκύπτουν από τις εκροές πτυχιούχων ΑΕΙ/ΤΕΙ και επαγγελματικής εκπαίδευσης
  • να υιοθετήσουν το σύστημα μαθητείας, ειδικότερα στις τεχνικές ειδικότητες, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των νέων στον κόσμο των επιχειρήσεων
  • να συνδεθεί ουσιαστικά, με συστήματα πιστοποίησης γνώσεων και προσόντων με βάση την ανάπτυξη του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων
  • να ενταχθούν στο περιεχόμενο τους οι όροι της επιχειρηματικής και κοινωνικής καινοτομίας, ώστε να εξυπηρετηθούν με το εργαλείο αυτό οι οριζόντιοι αυτοί στόχοι
  • να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τον στόχο της παραγωγικής ανασυγκρότησης ,της βιωσιμότητας των επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της δεύτερης ευκαιρίας
  • να διευκολύνει την είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα αυτών που εγκατέλειψαν πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα στο πλαίσιο των στόχων που ορίζονται για τη χώρα από τη Στρατηγική Ευρώπη 2020
  • να διευκολύνει αποτελεσματικά την παραμονή των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζόμενων στην αγορά εργασίας, καθώς και να βελτιώσει την επαγγελματική εξέλιξη των γυναικών
  • να λειτουργήσει τη νέα περίοδο και υπό την οπτική των αναγκών της προσωπικής ανάπτυξης των πολιτών (Δια βίου μάθηση).

Για την  ικανοποίηση όλων των παραπάνω προτεινόμενων παρεμβάσεων, πρέπει να υλοποιηθεί μια διαρθρωτική παρέμβαση που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας ,όπου θα έχουν ρόλο  διαφορετικές κατηγορίες φορέων όπως:

  • Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί κατάρτισης, υπό καθεστώς ελεγχόμενης απελευθέρωσης της αγοράς του κλάδου, αλλά με προαπαιτούμενο την σωστή και αντικειμενική εποπτεία, πρέπει να σηκώσουν το σημαντικότερο βάρος υλοποίησης και να συμβάλλουν στην αναγνωρισιμότητα των αποκτούμενων γνώσεων στην αγορά εργασίας και συνακόλουθα στην κινητικότητα των εργαζομένων σε αυτήν
  • Τα ΑΕΙ και ΤΕΙ θα πρέπει να αναπτύξουν παράλληλες δραστηριότητες δια βίου μάθησης ενεργοποιώντας αντίστοιχα Ινστιτούτα.
  • Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έχοντας αρμοδιότητες δια βίου μάθησης στον πληθυσμό τους θα μπορούσαν να αναπτύξουν οριζόντια προσόντα και γνώσεις για αυτόν
  • Οι οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων, με την εμπειρία που έχουν αποκτήσει, μπορούν να συγκεκριμενοποιήσουν περισσότερο τις παρεμβάσεις τους στο ανθρώπινο δυναμικό των επιμέρους κλάδων που εκπροσωπούν
  • Τα Επιμελητήρια, είναι απαραίτητο να δημιουργήσουν πιστοποιημένες Σχολές Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας ανά περιφέρεια , οι οποίες θα εξυπηρετούν τις τοπικές και κλαδικές επιχειρηματικές ανάγκες στο πεδίο της αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού

Η εξυπηρέτηση των παραπάνω στόχων, θα πρέπει να επιδιωχθεί μέσω της δημιουργίας κατάλληλου πλαισίου σχεδιασμού, υιοθέτησης και αξιολόγησης παρεμβάσεων υπό το καθεστώς εκ των προτέρων ελέγχου της αποτελεσματικότητας τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα κυριότερα συμπεράσματα της συζήτησης αυτής είναι τα εξής:

  • Η εκπαίδευση και η οικονομία μετασχηματίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω της συνεχούς  ανάπτυξης της  κοινωνίας και της οικονομίας της γνώσης, της κυριαρχίας της  ψηφιακής τεχνολογίας και  της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, η οποία έχει δημιουργήσει ισχυρά νέα κίνητρα, για τα άτομα, προκειμένου να αναπτύξουν τις ικανότητές τους μέσω της εκπαίδευσης, για τις επιχειρήσεις αλλά και τα κράτη, προκειμένου να συμβάλλουν στην προσπάθεια μετασχηματισμού της γνώσης σε καινοτομία και παραγωγικότητα.
  • Η αγορά εργασίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της ψηφιακής επανάστασης και της οικονομίας της γνώσης αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Η τεχνολογική πρόοδος καταργεί τις θέσεις εργασίας που απαιτούν συνήθεις χειρωνακτικές και γνωστικές δεξιότητες, ενώ δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας που απαιτούν ψηφιακές δεξιότητες, καθώς και προσωπικές συμπληρωματικές κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες και αξίες , όπως η δημιουργικότητα, η ενσυναίσθηση, η συνεργατικότητα, η προσαρμοστικότητα, η κριτική σκέψη,η επικοινωνία κλπ, (soft-skills),που επιτρέπουν στους εργαζομένους να προσαρμόζονται στις καινοτομικές αλλαγές στην εργασία τους και να προοδεύουν μέσα από αυτές.
  • Η Νέα Οικονομία δε βασίζεται στην ποσότητα, αλλά στην ποιότητα. Είναι ο συνδυασμός των γνώσεων και της συνεργασίας, η εξειδίκευση, η δικτύωση των επιχειρήσεων, η δημιουργία αλυσίδων αξίας, που χτίζουν πάνω στα παραδοσιακά συγκριτικά πλεονεκτήματά μας (πολιτισμό, τουρισμό, αγροδιατροφή), που δημιουργούν νέα αξία, που εξάγουν, μετασχηματίζουν παραδοσιακούς κλάδους, δημιουργούν νέα επαγγέλματα και νέο πλούτο.
    Είναι η λειτουργική καινοτομία, που κάνει μικρές χώρες να πρωταγωνιστούν σε τομείς όπως το ηλεκτρονικό εμπόριο, η σύγχρονη δημόσια διοίκηση, ο ήπιος τουρισμός, η πράσινη ενέργεια, η εκπαίδευση, η ρομποτική κ.ά.
  • Υπάρχει ανάγκη διαμόρφωσης μιας ανταγωνιστικής «οικονομίας της γνώσης και καινοτομίας» με ανάδειξη της εκπαίδευσης, της καινοτομίας, της έρευνας, και της τεχνολογίας σε βασικούς μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης,
  • Τα συστήματα εκπαίδευσης οφείλουν να δίνουν στην οικονομία και την κοινωνία πτυχιούχους με ισχυρές τεχνικές, επαγγελματικές και ειδικευμένες γνώσεις και λοιπές  δεξιότητες, ανεξάρτητα από τον τομέα σπουδών τους. Παρόλα αυτά στην Ελλάδα η σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας, που αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την  αναπτυξιακή πορεία μιας χώρας, είναι σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη από την αγορά εργασίας.
  • Υπάρχει ανάγκη απόκτησης νέων δεξιοτήτων μετά την ολοκλήρωση της ανώτερης ή τεχνικής εκπαίδευσης ,δεδομένης της αυξανόμενης  μέσης  ηλικίας  του εργατικού δυναμικού με τη ραγδαία  εξέλιξη  της τεχνολογίας και της αγοράς εργασίας .
  • Προκειμένου να εξασφαλιστούν οι κατάλληλες δεξιότητες για την κάλυψη των σημερινών και μελλοντικών θέσεων εργασίας,  η παρεχόμενη κατάρτιση πρέπει να είναι υψηλής ποιότητας.  Οι πολιτικές που ακολουθούνται πρέπει να εξασφαλίζουν στους πολίτες την απόκτηση κατάλληλων γνώσεων, την αναγνώριση των δεξιοτήτων τους – ανεξάρτητα από το αν αποκτήθηκαν μέσω τυπικής κατάρτισης ή στο χώρο εργασίας – και την έγκαιρη πρόσβαση στην απαιτούμενη κατάρτιση.
  • Στη Ελλάδα παρατηρείται μείωση των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων , για την επιστήμη και την τεχνολογία, καθώς οι περικοπές για την  εκπαίδευση και την έρευνα έχουν οδηγήσει πολλούς ερευνητές σε πρόωρη συνταξιοδότηση, ενώ σημαντικός αριθμός νέων επιστημόνων έχει οδηγηθεί εκτός της χώρας (brain drain). Από το 2008 έως το 2016 υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 450.000 Έλληνες αναζήτησαν εργασία εκτός Ελλάδος, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο (53% κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου, 20% πτυχιούχοι, 8% διδάκτορες), με μικρή σχετικά ηλικία (50% κάτω από 35 ετών),με ανυπολόγιστο και σε μεγάλο βαθμό αθέατο κόστος, το οποίο υπονομεύει σημαντικά τις δυνατότητες ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.
  • Υπάρχει μια δραματική αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού, ενώ ταυτόχρονα μεγάλοι τομείς δραστηριότητας όπως η αγροτική οικονομία, ο τουρισμός, ο πολιτισμός, το περιβάλλον, οι μεταφορές, οι νέες τεχνολογίες, οι υπηρεσίες, έχουν δυσκολία να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν σημαντικά προβλήματα στην ανάπτυξη της αξιακής αλυσίδας δεδομένου ότι οι τομείς αυτοί δεν συνεργάζονται μεταξύ τους, όπως π.χ.  τα τρόφιμα με το  τουρισμό, η βιομηχανία με το τουρισμό και τις μεταφορές.
  • Υπάρχει σημαντικό κενό μεταξύ της εκπαίδευσης και του χώρου των επαγγελμάτων. Πολλές σπουδές δεν συνδέονται οργανωτικά με τον χώρο της εργασίας και  της εφαρμογής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ακόμη και τώρα δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες κοινωνικές επιστήμες, , όπως η Κοινωνιολογία της Υγείας, της Οργάνωσης Εργασίας, των Επαγγελμάτων, Αστική Κοινωνιολογία ή/και  Δικαίου σε μια οργανωμένη μορφή συγκρότησης του Κοινωνικού Χώρου.
  • Η δόμηση ενός Καταλόγου Επαγγελμάτων αποτελεί μια ουσιαστική συγκρότηση ενός νέου Κράτους πέραν των παραδοσιακών προβλημάτων που είναι το πελατειακό σύστημα. Η έλλειψη αυτού επιφέρει συγκρούσεις, ανασφάλεια για το μέλλον της εργασίας στην Ελλάδα δεδομένου ότι υπάρχουν ελλιπείς υποδομές στην αγορά εργασίας.
  • Η πληροφόρηση στην αγορά εργασίας η προσφορά και η ζήτηση, η σύνδεση των εθνικών και τοπικών πλεονεκτημάτων της χώρας με την εκπαίδευση, την έρευνα και τις εφαρμογές με βάση όχι τις γνωριμίες μόνο αλλά τις δεξιότητες και τις θέσεις εργασίας που θα είναι συνδεμένες με σχετικές περιγραφές και όχι γενικών καθηκόντων ,αποτελεί ύψιστο πολιτικό θέμα εκσυγχρονισμού.
  • Στη χώρα μας χρησιμοποιείται ο αδόκιμος όρος «Επαγγελματικά δικαιώματα» αντί της «ρύθμισης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στη βάση επαγγελματικών προσόντων», ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η ανάγκη αιτιολόγησης της ρύθμισης.
  • Η οργάνωση των επαγγελμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πρέπει να γίνει με πιστή εφαρμογή των Ευρωπαϊκών Οδηγιών στη βάση των αρχών της επαγγελματικής ελευθερίας, της αναλογικότητας της ρύθμισης και των όρων του ανταγωνισμού
  • Τα Επαγγελματικά Περιγράμματα εμπεριέχουν πολυδιάστατο ρόλο και η σημασία τους αποτελεί μια καλή πρακτική κοινωνικής διαβούλευσης μεταξύ εργαζομένων, εργοδοτών και κράτους. Τροφοδοτούν κομβικές θεσμικές-συστημικές λειτουργίες, προϊόντα ή/και υπηρεσίες όπως:
  • Τα προγράμματα σπουδών της μη τυπικής εκπαίδευσης (αναμόρφωση, τυποποίηση, εκσυγχρονισμός διασύνδεση με την αγορά εργασίας).
  • Το Εθνικό Πλαίσιο Πιστοποίησης Προσόντων.
  • Την επαγγελματική συμβουλευτική.
  • Την αναγνώριση ή επικαιροποίηση του περιεχομένου των επαγγελματικών δικαιωμάτων (Τα υφιστάμενα Ε.Π. αποτέλεσαν βασική πηγή πληροφόρησης για τη διαμόρφωση των νέων ρυθμίσεων επαγγελματικών δικαιωμάτων που αποτυπώνονται στα σχετικά Προεδρικά διατάγματα που αφορούν τεχνικές ειδικότητες).
  • Τη ρύθμιση των κλαδικών εργασιακών σχέσεων (Αποτέλεσαν βασική πηγή πληροφόρησης για τους διαμεσολαβητές του ΟΜΕΔ).
  • Τη ρύθμιση και διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ επαγγελμάτων, ειδικοτήτων και ειδικεύσεων με όρους βελτίωσης της λειτουργίας των κλαδικών αγορών εργασίας.
  • H Πιστοποίηση των Επαγγελματικών Προσόντων είναι μια αναγκαιότητα στην πορεία εξέλιξης κάθε στελέχους, δεδομένου ότι στη διάρκεια της καριέρας αποκτώνται προσόντα και δεξιότητες τα οποία θα πρέπει να πιστοποιούνται. Το θέμα της πιστοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων ή προσόντων των επαγγελματιών αποτελεί τη σημαντικότερη παράμετρο στην δια βίου εκπαίδευσης. Το διεθνές πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ ISO/IEC 17024 είναι μια αποδεκτή προδιαγραφή για την πιστοποίηση προσώπων. Τα Σχήματα Πιστοποίησης  θα πρέπει να ανήκουν στους φυσικούς τους ιδιοκτήτες που δεν είναι άλλοι από τους εκπροσώπους των κλάδων της οικονομίας (Επιμελητήρια, Κοινωνικοί εταίροι, κλπ).
  • Στο πλαίσιο αυτό ο ρόλος της ανάπτυξης επαγγελματικών περιγραμμάτων με ευθύνη των οργανώσεων των εργαζομένων και των εργοδοτών, είναι κομβικός και συνεχής. Τα επαγγελματικά περιγράμματα, τα υφιστάμενα ή/και αυτά που θα δημιουργηθούν, χρειάζεται να επικαιροποιούνται, να εκσυγχρονίζονται συνεχώς, εντάσσοντας τις νέες γνώσεις και δεξιότητες που επέρχονται μέσω των εξελίξεων στην οικονομία και την παραγωγή (τεχνολογικές αλλαγές, ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας, οι παραγωγικές και οργανωτικές αναδιαρθρώσεις κλπ.)
  • Η μαθητεία (δυικό σύστημα εκπαίδευσης),αποτελεί μια αναμφισβήτητη αξία στην εκπαιδευτική διαδικασία και μια σημαντική ενεργητική πολιτική απασχόλησης , η αποτελεσματικότητα της οποίας εξαρτάται από την δυναμική της οικονομίας και των επιχειρήσεων.
  • Η αναπαραγωγή της ειδικευμένης εργατικής δύναμης, θα πρέπει να γίνεται με μια ορθολογική διαδικασία η οποία θα αρχίζει με την ανακεφαλαίωση του περιεχομένου της εργασίας μέσω των επαγγελματικών περιγραμμάτων ως το σύνολο των βασικών και επιμέρους επαγγελματικών λειτουργιών που συνθέτουν το αντικείμενο εργασίας ενός επαγγέλματος ή μιας ειδικότητας καθώς και οι αντίστοιχες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που απαιτούνται για την ανταπόκριση στις λειτουργίες αυτές .
  • Υπάρχει υποβάθμιση και συρρίκνωση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Απαιτείται ένα  υγιές σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης στο οποίο οι μαθητές θα μπορούν να συνδυάσουν τις θεωρητικές γνώσεις των τεχνικών ειδικοτήτων με την απόκτηση σύγχρονων επαγγελματικών δεξιοτήτων μέσω κατάλληλα σχεδιασμένης πρακτικής άσκησης.
  • Ο κοινωνικός διάλογος ως βασικό εργαλείο συνεννόησης, διαπίστωσης των προβλημάτων και εξεύρεσης λύσεων διεξάγεται προσχηματικά και ασύνδετα, κυρίως με ευθύνη των κυβερνήσεων.
  • Υπάρχει έλλειψη σύνδεσης της χρηματοδότησης της πανεπιστημιακής έρευνας με τις ανάγκες και τις δυνατότητες αξιοποίησης καινοτόμων ερευνητικών αποτελεσμάτων εκ μέρους των μικρών ελληνικών επιχειρήσεων.
  • Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση έχει υποβαθμιστεί. Υπάρχει έλλειψη ενός υγιούς συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης στο οποίο οι μαθητές θα μπορούν να συνδυάσουν τις θεωρητικές γνώσεις των τεχνικών ειδικοτήτων με την απόκτηση σύγχρονων επαγγελματικών δεξιοτήτων μέσω κατάλληλα σχεδιασμένης πρακτικής άσκησης.
  • Τα επαγγέλματα απαιτείται να λειτουργούν ως η οργανική μονάδα, ως το σημείο αναφοράς, για το εργατικό δυναμικό, την αγορά εργασίας και την παραγωγική διαδικασία ιδιαίτερα την συγκεκριμένη χρονική περίοδο που η εργασία αποδυναμώνεται θεσμικά μέσω της υποτιμημένης αμοιβής της, της επικράτησης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης (μερική απασχόληση – εκ περιτροπής απασχόληση), της ενίσχυσης της αδήλωτης ή μερικώς δηλωμένης εργασίας και κυρίως μέσω της κατάργησης στην πράξη των Ελεύθερων Συλλογικών διαπραγματεύσεων, για τους όρους εργασίας, μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών.
  • Ιδιαίτερο ρόλο στην ετοιμότητα και την ικανότητα του εργατικού δυναμικού να ανταπεξέλθει και να προσαρμόζεται στις παραπάνω προκλήσεις και εξελίξεις που δημιουργούνται στα επαγγέλματα, διαδραματίζουν τα συστήματα επαγγελματικής κατάρτισης και ιδιαίτερα αυτό της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης.
  • Διαπιστώνεται επείγουσα ανάγκη ποιοτικής αναβάθμισης και αναδιοργάνωσης του συστήματος της επαγγελματικής κατάρτισης με στόχο την κάλυψη των αναγκών σε νέες δεξιότητες που συνεχώς δημιουργούνται στην παραγωγική διαδικασία καθώς και την συμπλήρωση γνώσεων και δεξιοτήτων που από την φύση τους δεν είναι δυνατόν να καλύψει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ανάγκες που κυρίως δημιουργούνται κυρίως λόγω της οικονομικής και παραγωγικής συγκυρίας και μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την παραγωγικότητα.
  • Η επαγγελματική εκπαίδευση  αποτελεί  τη βάση για την οικονομική, κοινωνική και ατομική ευημερία και εξέλιξη. Ο βαθμός αφομοίωσης νέων επαγγελματικών γνώσεων είναι ευθέως ανάλογος της ποιότητας της αρχικής παιδείας και των γενικών θεωρητικών γνώσεων. Κάθε νέα επαγγελματική γνώση απαξιώνεται σε 3, 5, ή 7 χρόνια. Εργαζόμενος που δεν ανανεώνει τις ειδικές γνώσεις του, κινδυνεύει να γίνει αντιπαραγωγικός και να χάσει την εργασία του.
  • Ο κλάδος της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης στην Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από το τέλος της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα, από πλήθος μεταβολών και μεταρρυθμίσεων οι οποίες άλλοτε εντάσσονταν στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας, άλλοτε στις οικονομικές εξελίξεις και στον αντίκτυπο που είχαν αυτές στην ελληνική αγορά εργασίας. Ωστόσο, παρά τις μεταβολές αυτές, υπάρχει ένα στοιχείο το οποίο παρέμενε σταθερό και αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του κλάδου: η σημαντική εξάρτηση της χρηματοδότησης του από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, ενώ η ζήτηση υπηρεσιών κατάρτισης μέσω ιδιωτικών πόρων παραμένει ακόμη και σήμερα χαμηλή.
  • Αναμφίβολα, αυτή η εξάρτηση από δημόσιους πόρους επηρεάζει αρνητικά την ορθολογική λειτουργία της αγοράς του κλάδου, καθώς καθιστά το κράτος ρυθμιστή των εξελίξεων λόγω του κεντρικού ρόλου στη διαχείριση και διανομή των πόρων. Άλλωστε, η δομή και η οργάνωση της ΣΕΚ στην Ελλάδα επέκτεινε τον κρατικό έλεγχο ακόμα και σε επιμέρους στοιχεία της – ως επί το πλείστον – ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως ο αριθμός και το αντικείμενο των προσφερομένων προγραμμάτων που προκηρύσσονται, η κατανομή των προκηρύξεων στο χρόνο, η έγκριση και κατανομή των προγραμμάτων ανάμεσα στα ΚΔΒΜ κλπ.
  • Ωστόσο, παρά την αύξηση των διαθέσιμων πόρων, οι δείκτες της εκπαίδευσης ενηλίκων στην Ελλάδα παραμένουν εξαιρετικά χαμηλοί και οι επιδόσεις της χώρας στη δια βίου μάθηση απέχουν πολύ από τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27 (2,9% στην Ελλάδα, έναντι 9,5% στην Ε.Ε.-27).
  • Οι πρόσθετες μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν κατά την περίοδο 2012-2014 στο πλαίσιο του Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στην αγορά επαγγελματικής κατάρτισης. Τα κύρια χαρακτηριστικά του αφορούν στη διεύρυνση της τυπολογίας των παρόχων κατάρτισης με τη θεσμοθέτηση των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης επιπέδου 1 και 2 και στη δημιουργία του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ) στον οποίον ενσωματώθηκαν οι αρμοδιότητες του πρώην ΕΚΕΠΙΣ.
  • Όμως, η επαγγελματική κατάρτιση ως ενεργητική πολιτική απασχόλησης χρηματοδοτούμενη και από το υπό διαμόρφωση νέο Σύμφωνο Εταιρικής Συνεργασίας (2014-2020), με βάση τις επείγουσες ανάγκες παρέμβασης στην αγοράς εργασίας της χώρας, απαιτεί τον καλύτερο δυνατό σχεδιασμό για τη διασφάλιση της μέγιστης αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.
  • Η σύνδεση της εκπαίδευσης των νέων, γενικής και επαγγελματικής, με τις παραγωγικές ανάγκες και συνθήκες της χώρας, για την  συνάντηση δύο διαφορετικών «κόσμων», αυτόν της «παιδείας» και αυτόν της «αγοράς» είναι επιτακτική ανάγκη. Η ελληνική οικονομία και η επιχειρηματικότητα έχουν να κερδίσουν πολλά από την αντιστοίχιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια της βίου μάθησης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και ιδίως με την αποδοτική συνάντησή τους με τις νέες τεχνολογίες.
  • Η προοπτική της επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από τους γενικότερους στόχους της παιδείας και του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα. Η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να παράγει «παραπανίσιο εργατικό δυναμικό με προσόντα» το οποίο θα μεταναστεύει (brain drain) για να εξασφαλίσει, τουλάχιστον τα προς το ζην.

Λαμβάνοντας υπόψη την επιτακτική ανάγκη της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, εκτιμούμε ότι πρέπει να υλοποιηθούν διαρθρωτικές παρεμβάσεις στο σχεδιασμό και υλοποίηση πολιτικών κατάρτισης, ώστε να μετατραπούν από  μέσον επιδοματικής πολιτικής σε ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης.

Πιο συγκεκριμένα τα προγράμματα της συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης πρέπει :

  • να εξυπηρετήσουν άμεσα τον εκσυγχρονισμό των κλάδων και συστάδων κλάδων στους οποίους έχει η χώρα συγκριτικό πλεονέκτημα και για τους οποίους διαμορφώνονται οριζόντιες ενισχύσεις και πόλοι ανταγωνιστικότητας
  • να ενταχθούν λειτουργικά σε ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στις τοπικές αγορές εργασίας, ενισχύοντας τις αποκεντρωμένες πολιτικές απασχόλησης και διευκολύνοντας την κινητικότητα των εργαζομένων
  • να εξυπηρετήσουν την απόκτηση ικανοτήτων, γνώσεων και δεξιοτήτων σε νέες ειδικότητες και επαγγέλματα τα οποία αποδεδειγμένα χρειάζεται η οικονομία της χώρας
  • να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της νέας καινοτόμας επιχειρηματικότητας και της επιχειρηματικότητας επιμέρους ομάδων του πληθυσμού
  • να ενισχύσουν την προσαρμοστικότητα εργαζομένων και αυτοαπασχολούμενων στις μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις με βάση ενδοεπιχειρησιακούς και διεπιχειρησιακούς σχεδιασμούς
  • να συμβάλλουν ουσιαστικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας, διασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή
  • να καλύψουν χάσματα γνώσεων που προκύπτουν από τις εκροές πτυχιούχων ΑΕΙ/ΤΕΙ και επαγγελματικής εκπαίδευσης
  • να υιοθετήσουν το σύστημα μαθητείας, ειδικότερα στις τεχνικές ειδικότητες, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των νέων στον κόσμο των επιχειρήσεων
  • να συνδεθεί ουσιαστικά, με συστήματα πιστοποίησης γνώσεων και προσόντων με βάση την ανάπτυξη του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων
  • να ενταχθούν στο περιεχόμενο τους οι όροι της επιχειρηματικής και κοινωνικής καινοτομίας, ώστε να εξυπηρετηθούν με το εργαλείο αυτό οι οριζόντιοι αυτοί στόχοι
  • να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τον στόχο της παραγωγικής ανασυγκρότησης ,της βιωσιμότητας των επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της δεύτερης ευκαιρίας
  • να διευκολύνει την είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα αυτών που εγκατέλειψαν πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα στο πλαίσιο των στόχων που ορίζονται για τη χώρα από τη Στρατηγική Ευρώπη 2020
  • να διευκολύνει αποτελεσματικά την παραμονή των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζόμενων στην αγορά εργασίας, καθώς και να βελτιώσει την επαγγελματική εξέλιξη των γυναικών
  • να λειτουργήσει τη νέα περίοδο και υπό την οπτική των αναγκών της προσωπικής ανάπτυξης των πολιτών (Δια βίου μάθηση).

Για την  ικανοποίηση όλων των παραπάνω προτεινόμενων παρεμβάσεων, πρέπει να υλοποιηθεί μια διαρθρωτική παρέμβαση που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας ,όπου θα έχουν ρόλο  διαφορετικές κατηγορίες φορέων όπως:

  • Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί κατάρτισης, υπό καθεστώς ελεγχόμενης απελευθέρωσης της αγοράς του κλάδου, αλλά με προαπαιτούμενο την σωστή και αντικειμενική εποπτεία, πρέπει να σηκώσουν το σημαντικότερο βάρος υλοποίησης και να συμβάλλουν στην αναγνωρισιμότητα των αποκτούμενων γνώσεων στην αγορά εργασίας και συνακόλουθα στην κινητικότητα των εργαζομένων σε αυτήν
  • Τα ΑΕΙ και ΤΕΙ θα πρέπει να αναπτύξουν παράλληλες δραστηριότητες δια βίου μάθησης ενεργοποιώντας αντίστοιχα Ινστιτούτα.
  • Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έχοντας αρμοδιότητες δια βίου μάθησης στον πληθυσμό τους θα μπορούσαν να αναπτύξουν οριζόντια προσόντα και γνώσεις για αυτόν
  • Οι οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων, με την εμπειρία που έχουν αποκτήσει, μπορούν να συγκεκριμενοποιήσουν περισσότερο τις παρεμβάσεις τους στο ανθρώπινο δυναμικό των επιμέρους κλάδων που εκπροσωπούν
  • Τα Επιμελητήρια και οι Κοινωνικοί Εταίροι είναι απαραίτητο να δημιουργήσουν πιστοποιημένες Σχολές Επιχειρηματικότητας ανά περιφέρεια , οι οποίες θα εξυπηρετούν τις τοπικές και κλαδικές επιχειρηματικές ανάγκες στο πεδίο της αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού

ΣΧΟΛΙΑ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.