Κείμενο πολιτικών προτεραιοτήτων της Επιτροπής Παιδείας της ΔΗ.ΣΥ. για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και κριτικής του σχετικού Ν/Σ Γαβρόγλου

Κείμενο πολιτικών προτεραιοτήτων της Επιτροπής Παιδείας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης  για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και κριτικής του σχετικού Νομοσχεδίου Γαβρόγλου

Α. Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ

Η Δημοκρατική Παράταξη είναι αυτή που έκανε όλες τις μεγάλες, ριζοσπαστικές και προοδευτικές αλλαγές στην εκπαίδευση της χώρας μας και ειδικά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Πολιτική και στρατηγική μας προτεραιότητα ήταν να μπορέσει κάθε νέος Έλληνας και Ελληνίδα να έχει ισότιμη πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου παιδεία ώστε αυτή να μην αποτελεί προνόμιο μερικών μόνο ελίτ.

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Νόμος 1268/1982 όσο και ο 4009/2011 είναι δύο νόμοι ρηξικέλευθοι για την εποχή τους που ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες και τις απαιτήσεις των καιρών τους και τοποθέτησαν τα Δημόσια ΑΕΙ στο επίκεντρο της ελληνικής κοινωνίας. Και είναι δύο νόμοι που έγιναν, ψηφίστηκαν και στηρίχθηκαν σε περιόδους που υπήρχαν ισχυρές κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ευρεία προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία. Το ίδιο και οι Νόμοι 1404/1983 και 2916/2001 για τα τότε ΤΕΙ.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι όπου στο παρόν κείμενο γίνεται αναφορά σε ΑΕΙ αυτή περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια και τα ΑΤΕΙ. Τους δύο αυτούς πυλώνες της ανώτατης εκπαίδευσης, μαζί με την έρευνα, τους θεωρούμε ως αυτονόητα δομικά στοιχεία του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης. Μάλιστα διαχρονικά στηρίξαμε την Τεχνολογική Εκπαίδευση στην Ελλάδα και συνεχίζουμε να τη στηρίζουμε καθώς είναι αυτή που μπορεί να δώσει πλεονεκτήματα στην εθνική οικονομία και θέσεις εργασίας. Είναι σίγουρο ότι ήρθε η ώρα να επαναπροσδιορίσουμε το ρόλο των ΑΤΕΙ, στην κατεύθυνση της ακαδημαϊκής τους ολοκλήρωσης, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές εξελίξεις των τελευταίων ετών για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού προσωπικού, το ερευνητικό έργο που γίνεται καθώς και την αξιολόγηση των ΑΤΕΙ.

Σήμερα πρέπει να ξαναδιαβάσουμε την ελληνική κοινωνία και οικονομία, ιδιαίτερα μάλιστα μέσα από μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης που αποκτά χαρακτηριστικά διάβρωσης κάθε αναπτυξιακής εφεδρείας και ανθρώπινου κεφαλαίου. Σε αυτά πρέπει να ανταποκρίνεται ένας νόμος – πλαίσιο.

Β. Η ΘΕΣΗ ΜΑΣ: ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΑΙ ΤΕΙ

Επιδιώκουμε ξανά – όπως το κάναμε και στο παρελθόν –να διαμορφώσουμε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών, για τις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας ώστε να κατακτήσουμε ένα καλύτερο μέλλον. Να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να φέρουμε ξανά στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίκεντρο όλους αυτούς τους συμπολίτες μας που η κρίση τους οδήγησε στο περιθώριο, τους στέρησε ευκαιρίες, τους έκανε να νιώσουν το σκληρό πρόσωπο της απομόνωσης.

Για εμάς, το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να επιτελέσει αυτόν τον πυλώνα του κοινωνικού κράτους που θα αναδιανείμει ευκαιρίες κυρίως προς του νέους συμπολίτες μας που το έχουν περισσότερο ανάγκη.

Για να το πετύχουμε οφείλουμε να μιλήσουμε για σύγχρονη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση που θα μπορεί να στηρίξει τις προσδοκίες των νέων Ελλήνων κι έτσι να δημιουργήσουμε δυνατότητες αναδιανομής των ευκαιριών για την ελληνική κοινωνία.

Εμείς πιστεύουμε στην δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο πυρήνας της πρότασής μας είναι η στήριξη, ενίσχυση και η φυγή προς τα εμπρός για τα δημόσια ανώτατα ιδρύματα.

Και για να το καταφέρουμε πρέπει να απελευθερώσουμε την δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση από όσα σήμερα την καθηλώνουν: τον σφιχτό εναγκαλισμό με το κράτος, το δυσλειτουργικό πλαίσιο για την διοίκηση και λειτουργία τους, την έλλειψη διασύνδεσης εκπαίδευσης και έρευνας με την ανάπτυξη και την οικονομία, την οικογενειοκρατία, τις συντεχνιακές αγκυλώσεις που εξυπηρετούν συμφέροντα “ημετέρων”, τις μειωμένες αποδόσεις σε ποιότητα, αριστεία, καινοτομία κι έρευνα.

Άρα, πρωτίστως, η απελευθέρωση του Δημόσιου Πανεπιστημίου και ΤΕΙ είναι μια κομβική εθνική υπόθεση που αφορά το μέλλον των επόμενων γενεών άρα της ίδιας της χώρας. Και είναι επίσης μια πολιτική υπόθεση καθώς η δική μας παράταξη τα είχε καταφέρει και στο παρελθόν στην παιδεία, μπορούμε να το πετύχουμε ξανά.

Η θέση μας είναι ξεκάθαρη, διακριτή και αφήνει το δικό μας στίγμα στο δημόσιο λόγο.

Από τα άλλα κόμματα δεν περιμένουμε πολλά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πίστεψε ποτέ στην παιδεία ως δημόσιο αγαθό προσβάσιμο σε όλους. Γιατί ενώ πλειοδοτεί πάντα υπέρ της δημόσιας εκπαίδευσης όλες οι αποφάσεις και πολιτικές του οδηγούν ουσιαστικά στην υποβάθμιση της ποιότητάς της εκπαίδευσης. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μια κακή παιδεία για όσους δεν έχουν τα οικονομικά μέσα και διεύρυνση των ανισοτήτων υπέρ αυτών που έχουν τα οικονομικά μέσα για καλύτερη παιδεία είτε ιδιωτική είτε στο εξωτερικό. Γι’ αυτό συμπεριφέρεται απολυταρχικά, κρατικοποιεί και θέλει να ελέγχει την εκπαίδευση, δημιουργεί ένα απολύτως ασφυκτικό ρυθμιστικό πλαίσιο, ευνοεί τις δικές του “ακαδημαϊκές” και συνδικαλιστικές συντεχνίες, βάζει απέναντι κάθε προσπάθεια δημιουργίας, αριστείας και προόδου. Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει ένα κρατικιστικό εκπαιδευτικό σύστημα μαζικοποίησης και εξίσωσης προς τα κάτω στο όνομα μιας δήθεν ισότητας γιατί δεν πιστεύει στις δυνατότητες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και του ανθρώπινου παράγοντα. Είναι αυτή η δήθεν αριστερά που δημιουργεί το δικό της «άσυλο» ώστε να περιφρουρηθεί η ίδια εκεί μέσα μετά την κυβερνητική της δοκιμασία.

Η ΝΔ καλλιεργεί το φόβο και αναδεικνύει μονομερώς τις εστίες εντάσεων της δημόσιας εκπαίδευσης. Θέλει να πείσει την κοινωνία ότι τα Δημόσια ΑΕΙ δεν είναι καλά γιατί υπάρχουν σε αυτά προβλήματα ασφάλειας με τα οποία η ίδια δήθεν μπορεί να αναμετρηθεί – πράγμα όμως που δεν έκανε όσο κυβερνούσε. Προσπαθεί να συσπειρώσει το δικό της συντηρητικό ακροατήριο και έτσι συνειδητά να αποπροσανατολίσει από τα σημαντικά προβλήματα, ανάγκες και προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η Δημόσια Εκπαίδευση. Την ίδια στιγμή επιλέγει και επενδύει σε εκείνους που σήμερα επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την απαξίωση των ΑΕΙ ώστε να καρπωθούν αυτόν τον εθνικό αναπτυξιακό χώρο και πόρο της χώρας για δικό τους όφελος. Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Απαξίωση του δημόσιου ΑΕΙ.
Γ. ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ  

Το μεγάλο μας στοίχημα είναι η δημόσια εκπαίδευση να αποτελέσει ένα από τα βασικά εργαλεία για την υπέρβαση της κρίσης. Βασικό μας σύνθημα είναι Επενδύουμε στη Γνώση – Επανασχεδιάζουμε τη χώρα. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό μας σύστημα μπορεί να σχεδιαστεί ώστε να ακολουθήσει αυτόν τον στόχο.

Μερικές από τις βασικές προτεραιότητες είναι οι παρακάτω:

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση που υποστηρίζει μια ισχυρή οικονομία και διασυνδέεται με την καινοτομία, την οικονομική μεγέθυνση και τη βιωσιμότητα της χώρας. Αυτό αφορούσε πρόσφατη παρουσίασή μας για το Νέο Λύκειο.
Νέος συνολικός επανασχεδιασμός και χωροθέτηση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που θα υποστηρίζει και θα συμμετέχει στη διαμόρφωση της εθνικής, περιφερειακής και τοπικής οικονομίας. Με έναν εκπαιδευτικό πόλο ανά περιφέρεια.
Ενώ πλέον θα πρέπει να γίνει σεβαστός ο αριθμός των φοιτητών που εισηγούνται τα εκπαιδευτικά ιδρύματα ότι μπορούν να εκπαιδεύσουν.

Αξιολόγηση παντού και για όλους τους συντελεστές της Τριτοβάθμιας Επαίδευσης και σύνδεση της κρατικής χρηματοδότησης με την επίτευξη των στόχων κάθε Ιδρύματος.

Άμεση κατανόηση και χρήση της υψηλής τεχνολογίας καθώς οι βασικές δεξιότητες του επιχειρείν και άρα της ανάπτυξης εξαρτώνται όλο και πιο πολύ από αυτήν. Για παράδειγμα, σήμερα οι παραδοσιακές μορφές επιχειρηματικότητας, σχέσεων εργασίας, παραγωγής μεταβάλλονται. Ένα ισχυρό πανεπιστήμιο πρέπει να είναι εκεί όπου η νέα γνώση και η νέα τεχνολογία θα μεταδοθεί.
Περιγραφή του ρόλου α) της πολιτείας, β) των Ιδρυμάτων και ερευνητικών φορέων ακαδημαϊκών μονάδων και γ) των επιχειρήσεων και των λοιπών παραγωγικών, θεσμικών και κοινωνικών φορέων. Μερικά παραδείγματα που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη συνεργασία όλων των παραπάνω πλευρών είναι οι spin off εταιρίες των ιδρυμάτων, η ανάπτυξη δικτύων και clusters, η ανάπτυξη πατεντών και πνευματικής ιδιοκτησίας, οι διασυνδέσεις διεθνών αναφορών.

 

Δ. Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΟΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ

Η χώρα μας έχει όλες τις προϋποθέσεις να αποτελέσει έναν τέτοιο παγκόσμιο πόλο τόσο λόγω της αναγνώρισης της ελληνικής παιδείας όσο και λόγω της τεράστιας πλέον διασποράς Ελλήνων επιστημόνων αλλά και της διεθνούς αναγνώρισης σημαντικών κοιτίδων αριστείας και ανταγωνιστικότητας – όχι πολλών αλλά διακριτών.

Η απελευθέρωση των ΑΕΙ και η ενίσχυση της αυτονομίας τους πρέπει να ακολουθηθεί και από τομές ενίσχυσης της εξωστρέφειας και διεθνοποίησης των ελληνικών δημόσιων ιδρυμάτων. Εκτός των άλλων θα έχει πολλαπλά οφέλη για την εθνική οικονομία.

Ξενόγλωσσα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά για ξένους φοιτητές, με δίδακτρα.

Ελεύθερη διοργάνωση απομακρυσμένων μαθημάτων, distance-learning και e-learning για όλα τα προγράμματα εφόσον αυτό είναι εφικτό.

Περισσότερα προγράμματα διεθνούς κινητικότητας φοιτητών και καθηγητών

Αξιοποίηση των Ελλήνων της διασποράς και κίνητρα σε όσους θέλουν να εργαστούν για τα ελληνικά ιδρύματα

Διασφάλιση της ανοικτότητας των ερευνητικών ευρημάτων και δεδομένων
και των επιστημονικών δημοσιεύσεων που παράγει η ελληνική επιστημονική
κοινότητα.

 

Ε. ΜΗ ΚΡΑΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Τα δημόσια ΑΕΙ στην πρότασή μας αποτελούν τον πυρήνα της παιδείας, της εκπαίδευσης και της έρευνας.

Αφού ολοκληρωθεί ένα εθνικό σχέδιο για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο, επόμενο βήμα είναι να προχωρήσουμε στην πράξη στην άρση του μονοπωλίου της πολιτείας στην παροχή της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, να θέσουμε το πλαίσιο για την ίδρυση και λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων στη χώρα μας με στόχο την ποιότητα, την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας και την διασφάλιση μιας υψηλού επιπέδου οικουμενικής ελληνικής παιδείας.

Στόχος θα είναι η μεγέθυνση της εθνικής οικονομίας, η διασύνδεση με την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη, η μεταφορά νέας τεχνογνωσίας και νέα δυναμικής στην οικονομία και η αξιοποίηση του ελληνικού ανθρώπινου δυναμικού.

(Το σημείο αυτό δεν αποτέλεσε ομόφωνη απόφαση και καταγράφηκαν οι επιφυλάξεις της ΔΗΜΑΡ).
Ζ. ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΟΥΣΙΑΣ, ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

Έχουμε καταθέσει εδώ και αρκετούς μήνες την πρότασή μας για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μια πρόταση ολοκληρωμένη, εφαρμόσιμη και με βάση τις διεθνείς εμπειρίες και πρακτικές.

Η προτεραιότητά μας είναι η στήριξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης σε συντονισμό με τις δυνατότητες και ανάγκες της εθνικής οικονομίας και του νέου αναπτυξιακού μοντέλου για τη χώρα. Έτσι θα μπορέσουμε να αναδιαμορφώσουμε την αναλογία των φοιτητών που ακολουθούν την τεχνική και την γενική παιδεία και άρα να δώσουμε διέξοδο εργασίας σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Από την άλλη, μέσω αυτής της ανακατανομής θα μπορούμε να μιλάμε για τη συνολική αναμόρφωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η Κυβέρνηση διαφήμισε με κάθε ευκαιρία ότι δήθεν διεξάγει διάλογο για την παιδεία. Αυτό το αφήγημα κατέρρευσε εξαρχής. Διάλογος δεν έγινε ποτέ και υπονομεύτηκε από τις συντεχνίες και τις μικροκομματικές σκοπιμότητες του ΣΥΡΙΖΑ Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις και εκτρωματικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στον ευαίσθητο χώρο της εκπαίδευσης. Δύο βασικοί ακόμη λόγοι είναι Α) η συστηματική επίθεση της κυβέρνησης σε επίπεδο θεσμών, άρα και στην παιδεία, για να δείξει ότι συγκρούεται με συστημικούς δήθεν εχθρούς και Β) το κύριο επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι η παιδεία είναι ένας βασικός χώρος άσκησης και επίδειξης της «αριστερής και φιλολαϊκής πολιτικής τους».

Απέναντι σε αυτήν την ανευθυνότητα της κυβερνητικής παράταξης εμείς στεκόμαστε με θέσεις ευθύνης και ουσίας και είμαστε η μόνη παράταξη που αναλαμβάνει την ευθύνη καθαρών θέσεων. Για τον λόγο αυτόν τον Οκτώβριο του 2017 θα παρουσιάσουμε αναλυτικά τις θέσεις μας για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση όπως κάναμε και με την Δευτεροβάθμια.

Η. ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ

Απαραίτητη προϋπόθεση όλων των παραπάνω αλλαγών είναι η εθνική συνεννόηση για τις πολιτικές για την εκπαίδευση με προοδευτική κατεύθυνση. Δεν χρειάζονται εξαγγελίες περί δήθεν μεγάλων μεταρρυθμίσεων, πράξεις και δράση χρειάζονται.

Το φόρουμ διαλόγου λοιπόν γύρω από την εκπαίδευση πρέπει να είναι πάντοτε ανοικτό και προσβάσιμο και να μην εξαρτάται από την βούληση και διάθεση κάθε Υπουργού. Γι αυτό κι εμείς προτείνουμε η αξιολόγηση να αφορά και το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά και διαρκώς.

Η σημερινή κυβέρνηση δεν σεβάστηκε καμία πρόταση που δεν ήταν του σκληρού κομματικού της πυρήνα, δεν έδειξε καμία διάθεση συνεννόησης ενώ όσες φορές εξήγγειλε διάλογο πάντοτε επέλεγε να τον τερματίσει με παταγώδη αποτυχία γιατί ποτέ δεν πίστεψε στον διάλογο.

Στην παράταξή μας, μέσα από έναν εκτεταμένο εθνικό διάλογο, προετοιμάζουμε το νέο προγραμματικό πλαίσιο για την παιδεία, που με ευθύνη και συνέπεια το παρουσιάζουμε στους Έλληνες Πολίτες.

 

Θ. ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

Ο κος Γαβρόγλου  με το Νομοσχέδιο για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση που φέρνει έχει πλέον την πλήρη ευθύνη διάλυσης του ελληνικού δημόσιου ΑΕΙ. Σε μια περίοδο που όσα περιγράψαμε παραπάνω έπρεπε να αποτελούν βασικό στοιχείο κάθε αλλαγής και κάθε Νομοσχεδίου για την εκπαίδευση, η Κυβέρνηση μας γυρνάει δεκαετίες πίσω στην πλήρη υποδούλωση των Ιδρυμάτων σε συντεχνιακές ηγεσίες και κρατικιστική αντίληψη.

Με το Νομοσχέδιο τα ΑΕΙ αντιμετωπίζονται ως οριζόντιες γενικές διευθύνσεις κεντρικής υπηρεσίας ενός οποιουδήποτε Υπουργείου του 1960.

Με τον Υπουργό σε ρόλο μεγάλου αφέντη για όλα, με έλλειψη εμπιστοσύνης σε όλους τους φορείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με μέτρα καταστολής της δημιουργίας και της αριστείας, με πλήρη αναγωγή της γραφειοκρατίας σε ρυθμιστικό παράγοντα της πορείας των ιδρυμάτων, με μια προσπάθεια απομόνωσης των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ σε μια Βαλκανική πραγματικότητα προηγούμενων δεκαετιών, με πλήρη αγοραφοβία και απουσία οποιασδήποτε δυνατότητας συμμετοχής στις διεθνείς εξελίξεις.

Το Νομοσχέδιο Γαβρόγλου δεν δίνει καμία προοπτική διεθνοποίησης των ΑΕΙ, συνεργασίας με τις ανερχόμενες επιστημονικές και ακαδημαϊκές δυνάμεις, δεν ενισχύει την αυτονομία και το αυτοδιοίκητο, δεν μιλάει πουθενά για τη διασύνδεση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την οικονομία και την ανάπτυξη.

Είναι ένα παλιό, μπαγιάτικο πλαίσιο ρυθμίσεων που επιλέγει να μιλήσει για τα γνωστά τετριμμένα θέματα των τελευταίων δεκαετιών και που δεν ανοίγει κανένα σύγχρονο, καινοτόμο, προωθημένο, προοδευτικό θέμα.

Και την ίδια στιγμή «παίζει» με τα «αγαπημένα» θέματα της δήθεν αριστεράς. Απεριόριστο άσυλο, πλειοδοσία εξαγγελιών για συμμετοχή των φοιτητών στις διοικητικές διαδικασίες, φιλολαϊκές προβλέψεις για δήθεν δωρεάν μεταπτυχιακά και πολλές άλλες μάχες χαρακωμάτων.

Αντί λοιπόν να συζητάμε για τα καλύτερα Ιδρύματα του αύριο, συζητάμε για τις παθογένειες του χτες.

 

ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ – ΑΣΥΛΟ

Ενώ στην παράγραφο 1 ορθά οριοθετείται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία,  στην παράγραφο 2 καθιερώνεται η εξαίρεση της δυνατότητας επέμβασης της δημόσιας δύναμης σε κάθε περίπτωση εγκλημάτων πέραν από τα κακουργήματα και τα εγκλήματα κατά της ζωής. Αυτή η ιδιότυπη αναγνώριση χώρου ανομίας επανέρχεται σύμφωνα με παλιότερες διατάξεις που όμως δεν έχουν σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα.

Η θέση μας είναι εφαρμογή της κοινής νομοθεσίας σε κάθε περίπτωση αξιοποίνων πράξεων.

ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ

Με τις νέες διατάξεις καταργείται πλέον δια παντός το Συμβούλιο Ιδρύματος που – αν και δεν λειτούργησε ως θεσμός παντού όσο ικανοποιητικά θέλαμε – είχε έναν ρόλο διασύνδεσης του Ιδρύματος με την με την οικονομία και την ανάπτυξη, τη διεθνή εμπειρία και τις σύγχρονες εξελίξεις καθώς σε αυτό συμμετείχαν και επιστήμονες από το εξωτερικό με σημαντική παρουσία στον επιστημονικό τους χώρο και στις χώρες δραστηριότητάς τους. Θεωρούμε ότι αυτές οι αρμοδιότητες είναι σημαντικές για τα ΑΕΙ που θέλουμε και δεν ασκούνται από τα υπόλοιπα όργανα του Ιδρύματος.

Η θέση μας είναι η επαναφορά των αρμοδιοτήτων των Συμβουλίων, με βελτίωση του θεσμού ώστε να μην δημιουργείται σύγχυση με τα υπόλοιπα όργανα διοίκησης και λαμβάνοντας υπόψη το πολυπληθές ανθρώπινο δυναμικό Ελλήνων που δραστηριοποιείται στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα.

Αντιπρυτάνεις. Με το Νομοσχέδιο καθιερώνεται νέος τρόπος εκλογής αντιπρυτάνεων από ξεχωριστό ενιαίο ψηφοδέλτιο. Ωστόσο αυτό δημιουργεί πολλαπλές εστίες εξουσίας, κι εξαρτήσεις δίχως προγραμματικές συναινέσεις και εσωτερική ενότητα και δομή.

Η θέση μας είναι ηλεκτρονική ψηφοφορία με ενιαία ψηφοδέλτια πρυτανικού σχήματος με επικεφαλής πρύτανη καθηγητή πρώτης βαθμίδας και υποψήφιους αντιπρυτάνεις ανά ψηφοδέλτιο καθηγητές πρώτης βαθμίδας ή αναπληρωτές καθηγητές.

 

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

Η θέση μας είναι αντιπροσώπευση των φοιτητών στα όργανα διοίκησης με δικαίωμα ψήφου σε θέματα που αφορούν τους φοιτητές και όπως αυτά καθορίζονται από τον κανονισμό του κάθε Ιδρύματος. Οι εκπρόσωποι των φοιτητών εκλέγονται από το σύνολο των αντίστοιχων ενεργών φοιτητών, με ενιαίο ψηφοδέλτιο και άμεση, καθολική και μυστική, ηλεκτρονική ψηφοφορία..

 

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΑ

Οι ρυθμίσεις στο Νομοσχέδιο είναι εξαιρετικά περιοριστικές της αυτονομίας των Ιδρυμάτων, γι’ αυτό και τόσο λεπτομερείς. Ακόμη και πετυχημένες πρακτικές όπως ήταν η αξιολόγηση των ΠΜΣ δεν λαμβάνονται υπόψη και ουσιαστικά καταργούνται.

Η θέση μας είναι ότι τα Ιδρύματα είναι ικανά και τα πλέον αρμόδια να ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες λειτουργίας των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ), αλλά και πάλι με Αξιολόγηση και Κοινωνική Λογοδοσία.

Σε σχέση με τα δίδακτρα, αυτά να καθορίζονται ανταποδοτικά, μετά από αξιολόγηση και κοστολόγηση οι οποίες πρέπει να είναι δημόσιες και να αποτυπώνονται στις σχετικές εκθέσεις. Κι εδώ οφείλουμε επίσης να λάβουμε υπόψη το διεθνή ανταγωνισμό, την αναγνώριση από την αγορά που έχει κάθε πρόγραμμα και τον στόχο ποιοτικών σπουδών.

Υποτροφίες παρέχονται σε προκαθορισμένο ποσοστό επί των εισακτέων, για όσους πληρούν ακαδημαϊκά και οικονομικά κριτήρια καθώς και σε όσους πετυχαίνουν υψηλές επιδόσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών.

Η πρόταση μας είναι να προβλεφθεί άμεσα η αξιολόγηση του συνόλου των ΠΜΣ, η αναλυτική τεκμηρίωση των οικονομικών τους και των διεκδικούμενων διδάκτρων τους. Ταυτόχρονα προτείνουμε σημαντικό μέρος των αμοιβών των διδασκόντων σε ΠΜΣ να κατευθυνθεί για την απασχόληση νέων επιστημόνων που βρίσκονται είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό.

Ακόμη, χρειάζεται να προβλεφθούν οι διαδικασίες και το θεσμικό πλαίσιο για τη δυνατότητα χορήγησης σπουδαστικών δανείων, σύμφωνα με την πρακτική που ισχύει και σε άλλες χώρες.

Επίσης σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαλειφθεί η πρόβλεψη του νομοσχεδίου για έγκριση από το ΔΟΑΤΑΠ τίτλων ιδρυμάτων της αλλοδαπής για την εισαγωγή αλλοδαπών φοιτητών σε μεταπτυχιακά – κάτι που πουθενά στην Ευρώπη δεν απαιτείται για τα μεταπτυχιακά.

 

ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ

Είναι ασαφές το πλαίσιο που τίθεται με το Ν/Σ τόσο ως προς τη συγκρότηση όσο και προς τις αρμοδιότητες των Συμβουλίων αυτών ανά περιφέρεια.

Θέση μας είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει τέτοιο όργανο αποκομμένο από τις αναπτυξιακές και οικονομικές στοχεύσεις κάθε περιφέρειας. Επίσης σε ένα τέτοιο Συμβούλιο θα μπορούσαν να συμμετέχουν όλοι οι αναπτυξιακοί, θεσμικοί και οικονομικοί φορείς της περιφέρειας καθώς και οι αντίστοιχες διευθύνσεις ειδικά της τεχνικής / επαγγελματικής εκπαίδευσης, ακόμη και μεγάλες επιχειρήσεις ώστε να υπάρχει κοινός συντονισμός επάνω στις προτεραιότητες.

Δεν υπάρχει κανένα νόημα να δημιουργηθεί ένας ακόμη θεσμός ακαδημαϊκών συζητήσεων.

 

ΕΙΔΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΚΟΝΔΥΛΙΩΝ ΕΡΕΥΝΑΣ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ, ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ (ΕΛΚΕ)

Βασικός σκοπός των ΕΛΚΕ είναι η διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων, επιμορφωτικών και αναπτυξιακών έργων και εκπόνηση μελετών. Οι ΕΛΚΕ προσφέρουν τη δυνατότητα της ευελιξίας και ανεξαρτησίας ώστε τα ελληνικά ιδρύματα να είναι ανταγωνιστικά. Κανείς όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι ΕΛΚΕ έχουν γίνει πολλές φορές εστίες έντασης σχετικά με τη νομιμότητα και την χρήση τους.

Το παρόν Ν/Σ εισάγει αντιφατικές προβλέψεις που ούτε την διαύγεια στη διαχείρισή τους κατοχυρώνουν, ούτε την ευελιξία την οποίαν χρειάζεται σήμερα το ΑΕΙ επιτρέπουν. Με το νομοσχέδιο ουσιαστικά εντάσσεται όλη η λειτουργία των ΑΕΙ στο Δημόσιο Λογιστικό με αποτέλεσμα βαριές, γραφειοκρατικές και αργές διαδικασίες.

Η θέση μας είναι ότι οι ΕΛΚΕ πρέπει να έχουν όλες τις διασφαλίσεις ελέγχου, διαφάνειας και αποδοτικότητας για κάθε Ίδρυμα αλλά την ίδια στιγμή να μπορούν να λειτουργήσουν όπως οι ακαδημαϊκές συνθήκες επιβάλλουν σε ολόκληρο το σύγχρονο κόσμο. Και να είμαστε ξεκάθαροι στο εξής. Ο τακτικός κρατικός προϋπολογισμός δεν επαρκεί πλέον για τη λειτουργία των Ιδρυμάτων. Θα πρέπει να βρούμε πολλούς άλλους τρόπους ώστε τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ της χώρας να λειτουργήσουν με συνθήκες αξιοπρέπειας σε ένα περιβάλλον διεθνούς ανταγωνισμού. Οι ΕΛΚΕ είναι ένας από αυτούς τους τρόπους. Θα μπορούσαν να βρεθούν, με τις διασφαλίσεις και έλεγχο που περιγράψαμε, οι κατάλληλες νομικές μορφές και οι διαδικασίες ώστε κάθε ίδρυμα να διαχειρίζεται τους πόρους και τις δραστηριότητες των ΕΛΚΕ αλλά και την περιουσία του κάθε Ιδρύματος και άλλες πηγές εσόδων (πχ δωρεές και επιχορηγήσεις). Κάτι τέτοιο είχαμε εισάγει με το Ν 4009/2011. Μία τέτοια πρωτοβουλία μπορεί να στελεχωθεί και με το κατάλληλο εξειδικευμένο προσωπικό που θα λειτουργεί με κανόνες ιδιωτικής οικονομίας και ενίσχυσης των εσόδων του Ιδρύματος.

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ

Χωρίς να χρειάζεται μεγάλη τεκμηρίωση και σύμφωνα με όσα εισαγωγικά παραθέσαμε από το Νομοσχέδιο ελλείπουν ακόμη και ως έννοιες οι εξής αρχές: Εξωστρέφεια Ιδρυμάτων, Αξιολόγηση, Διαφάνεια, Λογοδοσία, Διασύνδεση με την ανάπτυξη και την οικονομία, Ποιότητα.

  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΤΥΧΙΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ

Με το Ν/Σ προβλέπονται 5ετή πτυχία που θα οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο και αφορούν ως επί το πλείστον Πολυτεχνικές και Γεωπονικές Σχολές. Επιπλέον εισάγεται η έννοια του integrated master. Με αυτό το πλαίσιο θα απονέμεται Μάστερ χωρίς σαφή διάκριση μεταξύ βασικών και εξειδικευμένων γνώσεων και δεξιοτήτων και χωρίς να είναι σαφής η οριοθέτηση του περιεχομένου των διαφορετικών Κύκλων Σπουδών.

Επίσης προβλέπεται για πρώτη φορά ότι η μεταλυκειακή εκπαίδευση παρέχεται από ΑΕΙ κάτι που δίνει αντιφατικά μηνύματα τη στιγμή που στην χώρα πρέπει να ενισχύσουμε την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση.

Η βιαστική και απρογραμμάτιστη ένταξη των μεταλυκειακών προγραμμάτων στα ΑΕΙ κινδυνεύει να δημιουργήσει πτυχία πολλών ταχυτήτων υποβαθμίζοντας τους τίτλους της ανώτατης εκπαίδευσης καθώς και τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων, πλήττεται η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση και η ανάγκη της χώρας για τεχνικά επαγγέλματα. Όλα γίνονται με μικροπολιτικά κριτήρια και όχι σύμφωνα με την ανάγκη εξορθολογισμού, επανασχεδιασμού και αναβάθμισης των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της χωροθέτησής τους.

  • ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Η κυβέρνηση στο παρόν σχέδιο νόμου δεν επιλύει το χρόνιο ζήτημα των εκκρεμών και επικαλυπτόμενων επαγγελματικών δικαιωμάτων που αφορά Σχολές των ΤΕΙ καθώς και Πανεπιστημιακές σχολές. Παρόλο που μοίρασε και για αυτό το θέμα ανέξοδες υποσχέσεις παραγνωρίζοντας τη σοβαρότητα και πολυπλοκότητα του προβλήματος.

Για εμάς τα Επαγγελματικά δικαιώματα πρέπει να συνδεθούν με το Εθνικό Πλαίσιο Επαγγελματικών Προσόντων στο οποίο αντιστοιχεί κάθε πτυχίο. Στο πλαίσιο αυτό είναι σαφές πως όλα τα βασικά πτυχία ΑΕΙ κατατάσσονται στη βαθμίδα 6. Κάθε σχολή απονέμει τίτλο σπουδών ο οποίος αντιστοιχεί σε συγκεκριμένα επαγγελματικά προσόντα. Σύμφωνα με αυτά, οι απόφοιτοι καθεμιάς από τις Σχολές αυτές αξιολογούνται για την άσκηση επαγγελματικών δικαιωμάτων από τον οικείο επαγγελματικό φορέα.

Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, θα περιμέναμε το Υπουργείο Παιδείας, αντί να εξυπηρετεί παραδοσιακές συντεχνίες κρατώντας στο περιθώριο ένα τεράστιο κομμάτι αποφοίτων των Δημόσιων ΑΕΙ, να επιλύσει το ζήτημα των εκκρεμών επαγγελματικών δικαιωμάτων με νομοθετική ρύθμιση και με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Τέλος, για όλα τα σχετικά ζητήματα πρέπει επιτέλους να ολοκληρωθεί η σύνταξη και υιοθέτηση του εθνικού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων και για τον λόγο αυτόν να στηριχθεί και να ενισχυθεί ο ΕΟΠΠΕΠ ώστε να μπορέσει να επιτελέσει τον ρόλο του.

 

ΣΧΟΛΙΑ