Σκέψεις για την στρατηγική της Μεταρρυθμιστικής (Κεντρο-) Αριστεράς. Μέρος 2ο. Προκύπτουν από την ήττα της ριζοσπαστικής διδάγματα για την μεταρρυθμιστική αριστερά; του Θεόδωρου Ν. Τσέκου.

1. Βάση ή εποικοδόμημα; Όταν (κάποιοι) στην ριζοσπαστική αριστερά προβληματίζονται για την ήττα.

Το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς στην χώρα μας , ο Σύριζα, υπέστη στις ευρωεκλογές μιαν απρόσμενη (για τον ίδιο) – και για αυτό ακόμη πιο οδυνηρή- ήττα. Ήττα που επαναλήφθηκε και στις εθνικές εκλογές, αλλά μόνο εν μέρει: ο Σύριζα απώλεσε μεν την εξουσία παρέμεινε όμως μακράν κυρίαρχος στον αντιπολιτευόμενο χώρο.

Είναι σε κάθε περίπτωση φυσικό και αναμενόμενο οι ηττηθέντες να στραφούν σε αυτοκριτική ενδοσκόπηση. Τι και τις πταίει για την ήττα;

Το ενδιαφέρον με το τέως κυβερνών κόμμα είναι ότι πολλά από τα ενεργά στελέχη του είναι πανεπιστημιακοί, ερευνητές και γενικά εμπίπτουν στην συνομοταξία των διανοούμενων. Είναι λοιπόν αυξημένες οι πιθανότητες να ασχοληθούν περισσότερο με το “Τι πταίει;” και λιγότερο με το “Τις πταίει;” Άρα ο (αυτο-)κριτικός λόγος που παράγουν να ξεφύγει από την εμπειρική / δημοσιογραφική πεπατημένη και να τείνει στην εξαγωγή μεθοδολογικών και θεωρητικών συμπερασμάτων.

Ενδιαφέρουσα εκδοχή ενός τέτοιου εσωκομματικού προβληματισμού του Συριζα απετέλεσε, μεταξύ άλλων (βλ. πχ και την ανάλυση του Κ. Δουζίνα στην Αυγή στις 3-6-2019 ) το κείμενο της διευθύντριας του think tank του κόμματος, Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, Δανάης Κολτσίδα που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Εποχή”, στο σύντομο μεσοδιάστημα μεταξύ ευρωεκλογών και εθνικών εκλογών, στις 9/6/19.

Η αρθρογράφος παραλληλίζει την ήττα του κόμματος της με εκείνη του Εργατικού Κόμματος της Βραζιλίας. Ως γνωστόν ο (σήμερα καταδικασμένος ) ηγέτης του Λούλα , κατά τις δύο θητείες του ως Προέδρου από το 2003 έως το 2010, κατόρθωσε να βγάλει 30 εκατομμύρια πληθυσμού από τη φτώχεια για να δει πολλούς από αυτούς να στρέφονται (οκτώ χρόνια μετά) προς τον ακροδεξιό Bolsonaro, στέλνοντας το Εργατικό Κόμμα στην αντιπολίτευσ . (Η διαφαινόμενη συνωμοσία συκοφάντησης του Λούλα έπαιξε ίσως τον ρόλο της αλλά δεν μεταβάλει την ουσία του θέματος).

Σύμφωνα με το άρθρο μια ερμηνεία της ήττας αυτής αφορά την αποτυχία του Εργατικού Κόμματος να προσδώσει ευρύτερη ιδεολογικο-πολιτική δυναμική στα επιτυχημένα του κοινωνικά προγράμματα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει απλώς μια «νέα μεσαία τάξη καταναλωτών», χωρίς να επηρεάσει την πολιτική τους αντίληψη και συμπεριφορά.

Πάνω σε αυτό το έλλειμμα ευρύτερου σχεδίου στηρίχθηκε ο Bolsonaro, ο οποίος απευθύνθηκε στους ψηφοφόρους εκείνους, οι οποίοι «όταν σκέφτονται ότι υπερέβησαν το όριο της φτώχειας κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος, δεν συνδέουν το γεγονός αυτό με ένα άλλο παράδειγμα πολιτικής, αλλά με τη δική τους ατομική πειθαρχία και προσπάθεια».

Γενικεύοντας λοιπόν την παραπάνω ερμηνεία η αρθρογράφος καταλήγει στο συμπέρασμα πως όσο “η Αριστερά πλειοδοτεί ή μειοδοτεί σε ένα πεδίο, τους όρους τους οποίου έχει ήδη διαμορφώσει η Δεξιά, όσο αποδέχεται ως ορθολογική τη συμπεριφορά του homo economicus, όσο κυρίαρχη αξία είναι ο ατομισμός, θα χάνει. Οι ψηφοφόροι θα ανταποκρίνονται στους κανόνες του «ορθολογισμού», όπως στις πρόσφατες ευρωεκλογές, που (θεώρησαν ότι) πήραν από τον ΣΥΡΙΖΑ αυτό που είχε να τους δώσει και τώρα ήταν η ώρα να αποκομίσουν και από τη Νέα Δημοκρατία εκείνα που (θεώρησαν ότι) μπορούσαν να κερδίσουν.”

Από το κείμενο τελικά συνάγεται πως η αριστερά πρέπει “να προσπαθήσει να αλλάξει το κυρίαρχο πρότυπο και, κατ’ επέκταση, τα κριτήρια της εκλογικής συμπεριφοράς των ανθρώπων, μεταβαίνοντας από τον «ορθολογισμό» του ατομικού οφέλους στην ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης και της συλλογικής προόδου”. Η εκλογική αποτυχία δεν συνδέεται λοιπόν με την αδυναμία άσκησης πολιτικών που να δίνουν αποδεκτές λύσεις σε δομικά προβλήματα αλλά στην αδυναμία του πολιτικού υποκειμένου να επικοινωνήσει ουσιαστικά τις ορθές πολιτικές του προς ένα ιδιοτελές και ανεπαρκώς πληροφορημένο κοινό του οποίου τον ορθολογισμό οφείλει, αλλά αποτυγχάνει, να μεταβάλει. Με απλά λόγια τα προβλήματα τοποθετούνται όχι στην υλική βάση αλλά στο εποικοδόμημα.

Μιά παρόμοια προσέγγιση είναι όμως λανθασμένη. Η Γκραμσιανή ιδεολογική – αξιακή κυριαρχία δεν θα επιτευχθεί με μια μαγική μεταστροφή των συνειδήσεων από το ατομικό στο συλλογικό, όπως οραματίζεται στο κείμενό της η διευθύντρια του Ινστιτούτου Πουλαντζας, αλλά με τεκμηριωμενες και συγκροτημενες πολιτικές που θα ρυθμίζουν την αγορά και θα προσαρμόζουν την αναδιανομή στις συνθήκες που γεννά η νέα τεχνολογική επανάσταση.

2. Τι χρειάζεται να σκεφθεί η μεταρρυθμιστική αριστερά;

Παρά το ατελέσφορο “δια ταύτα” του συγκεκριμένου άρθρου (τόσο γενικό που αποτελεί περισσότερο ευχή παρά πρόταση πολιτικής), η επιχειρούμενη προσπάθεια διάγνωσης με αναφορά όχι στην συγκυρία αλλά, ευρύτερα, στην πολιτική μέθοδο, όπως και ο παραλληλισμός με την περίπτωση του Λούλα και του Εργατικού κόμματος της Βραζιλίας, που άσκησε ρεαλιστικές μεταρρυθμιστικές πολιτικές, περιέχουν χρήσιμα στοιχεία για μια ευρύτερη συζήτηση. Όχι μόνο για την “αιθεροβάμονα” ριζοσπαστική Αριστερά αλλά και για την “προσγειωμένη” και μεταρρυθμιστική Σοσιαλδημοκρατία. Για τις δυνάμεις δηλαδή του προοδευτικού μεταρρυθμισμού.

Το βασικό ερώτημα που μπορεί να προκύψει από έναν τέτοιο προβληματισμό για την μεταρρυθμιστική (κεντρο-) αριστερά είναι το ακόλουθο: Ποιά στοιχεία μπορούν να συνθέσουν το νέο, πειστικό και αποκλειστικό πολιτικό της αφήγημα;

Βρίσκεται κατ’ αρχήν η κεντροαριστερά απέναντι σε μια συντηρητική παράταξη που υπόσχεται μέσω “μεταρρυθμίσεων” (μονοδιάστατων και αυτονόητων, τύπoυ Τhere Ιs Νo Αlternative”) σταθεροποίηση και βελτίωση της υπάρχουσας κατάστασης. Το επιχείρημα αυτό δεν θα πρέπει να υποτιμάται διότι πείθει όχι μόνο όσους ευνοούνται από την υφιστάμενη πραγματικότητα αλλά και όσους πιστεύουν ότι έχουν τις προϋποθέσεις να επιτύχουν εντός αυτής. Εκείνους δηλαδή που αναζητούν ισότητα (κατ’ ελάχιστο) ευκαιριών. Είναι λοιπόν ένα μήνυμα που εύκολα πείθει τους δυναμικούς και τους αισιόδοξους. Για αυτό και περνάει εύκολα σε μεγάλο μέρος της νεολαίας. Πρόκειται για μια αφήγηση που εστιάζει στην καινοτομία, στην δημιουργικότητα, στην ανάπτυξη (που μπορεί να είναι και ισόρροπη – ο καπιταλισμός έχει αποδείξει το πόσο ευπροσάρμοστος είναι και ότι υπό όρους μπορεί να γίνεται κοινωνικά περιεκτικός), στην αισιοδοξία για το μέλλον.

Από την άλλη πλευρά τα οικονομικό-κοινωνικά στρώματα που δεν ευνοούνται από την υφιστάμενη κατάσταση και ιστορικά (συν-) αποτελούσαν το παραδοσιακό εκλογικό ακροατήριο της Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία τα προσήλκυε με τις αναδιανεμητικές της πολιτικές, στρέφονται πλέον, λόγω συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, προς τον εθνολαϊκισμό. Αυτός ελκύει τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα υποσχόμενος επιστροφή στον εθνικό προστατευτισμό και στην σιγουριά του παρελθόντος.

Η διεθνής εμπειρία , όχι μόνο από την Βραζιλία αλλά και από χώρες πολύ εγγύτερα σε μας, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ουγγαρία αλλά και η Γερμανία του AfD και η Βρετανία του Brexit, μας δείχνει πως ο φόβος που στρέφει ευρύτερα στρώματα προς τον αμυντικό εθνολαϊκισμό δεν είναι στενά και βραχυπρόθεσμα οικονομικός. Συνδέεται με ευρύτερες πολιτισμικές / ταυτοτικές ανασφάλειες που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμική εξέλιξη παραδοσιακών κοινωνιών, το νέο τεχνολογικό περιβάλλον, την αυτοματοποίηση της παραγωγής και την απώλεια ποιοτικών θέσεων εργασίας, την ενίσχυση της εργασιακής επισφάλειας, την έλλειψη ισορροπίας μεταξύ εργασίας και οικογενειακής/προσωπικής ζωής, κλπ.

Κατά συνέπεια οι κλασσικές αναδιανεμητικές πολιτικές δεν επαρκούν να επιλύσουν την γενικευμένη ανασφάλεια των εν λόγω κοινωνικών στρωμάτων.

Εξάλλου, οποιοσδήποτε εστιάσει αποκλειστικά σε μία μόνο από τις δύο παραπάνω ομάδες δεν θα μπορέσει να συγκροτήσει έναν συνασπισμό εξουσίας αριθμητικά επαρκή, πολιτικά ισχυρό και με διάρκεια διακυβέρνησης τέτοια που να του επιτρέψουν να επιφέρει τις κοινωνικά και οικονομικά αναγκαίες αλλαγές.

* Ο Θεόδωρος Ν. Τσέκος, είναι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και μέλος της Σ.Γ των “Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία”

ΣΧΟΛΙΑ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.