ΤΟ ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ, του Θεόδωρου Τσέκου*

«… Πάντα βασιζόμουν στην καλοσύνη των ξένων.»

      Η Μπλανς Ντυμπουά,  στο Λεωφορείον ο Πόθος, του Τενεσσί Ουίλιαμς

1 . Ευθύνονται για την φτώχεια οι φτωχοί;

Προσφάτως ορισμένα σχολεία στην Μεγάλη Βρετανία απαγόρευσαν στους μαθητές τους να φορούν πολύ ακριβά ρούχα και να χρησιμοποιούν ακριβά σχολικά είδη από διάσημους σχεδιαστές. Αυτές οι αποφάσεις αποτελούν προσπάθεια μείωσης του λεγόμενου «poverty shame» , της ντροπής δηλαδή που αισθάνονται οι φτωχοί για την κατάστασή τους.

Η «ντροπή της φτώχειας» προκαλεί φαινόμενα στιγματισμού ειδικά στα παιδιά που δεν μπορούν εύκολα να επεξεργαστούν τα συναισθήματά τους και είναι έκθετα  σε απορριπτικές συμπεριφορές από το περιβάλλον τους, π.χ. τους συμμαθητές τους.

Σε ακραίες δε περιπτώσεις ο κίνδυνος στιγματισμού μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Ένας Πακιστανός μαθητής  αυτοπυρπολήθηκε επειδή οι γονείς του δεν μπορούσαν να του αγοράσουν την ακριβή σχολική στολή που απαιτούσε το σχολείο του. (Για τα παραπάνω δείτε αναλυτικά: Άρης Χατζηστεφάνου «Η ντροπή της φτώχειας» , Εφημερίδα των Συντακτών 24.11.2018 )

Η ντροπή του να είσαι φτωχός ενισχύεται εδώ και πολλά χρόνια από μια συστηματική ιδεολογική εκστρατεία προκειμένου να συνδεθεί η φτώχεια αποκλειστικά και μόνο με την τεμπελιά. Οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή δεν θέλουν να δουλέψουν. Η φτώχεια είναι προϊόν επιλογής και οι φτωχοί θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις αρνητικές συνέπειες της επιλογής τους. Ακόμη και οι ανάπηροι φτωχοί. Η αναγωγή των ατομικών ή οικογενειακών (και εν τέλει των κοινωνικών) προβλημάτων στην σφαίρα της ατομικής ευθύνης και η ερμηνεία των κοινωνικών καταστάσεων και χαρακτηριστικών ως προϊόν όχι εξωτερικών επιδράσεων αλλά προσωπικών επιλογών είναι άλλωστε σταθερές παράμετροι της νεοφιλελεύθερης σκέψης

Ο πρώην υπουργός Εργασίας της Μεγάλης Βρετανίας, επί παραδείγματι, Σκώτος, Iain Duncan Smith , έχει δηλώσει – παραπλανητικά, αφού μελέτες δείχνουν ότι το σχετικό ποσοστό είναι της τάξης του 0,1%- πως υπάρχουν οικογένειες που επιβιώνουν εδώ και τρεις γενιές μόνο με κρατικά επιδόματα . (The Guardian, Workless families: a convenient untruth, 2/2/12). Έχει επίσης διακηρύξει ότι δεν είναι δουλειά της κυβέρνησης να υποστηρίζει τους ανάπηρους φτωχούς και πως αυτοί θα πρέπει να ξεφύγουν από την φτώχεια μόνοι τους, δια της εργασίας. Δηλαδή περίπου arbeit macht frei.

Ως φυσικό επακόλουθο λοιπόν μιας τέτοιας πολιτικής προσέγγισης έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Εκκλησία της Σκωτίας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για την ενοχοποίηση των φτωχών ευθύνονται τόσο η κυβέρνηση όσο και τα λαϊκά μέσα ενημέρωσης διότι παρουσιάζουν συστηματικά τη φτώχεια ως προσωπική ή /και οικογενειακή αποτυχία.

Αυτή η εκστρατεία «σπίλωσης» των φτωχών , μεταφοράς δηλαδή της ευθύνης για την φτώχεια στους ίδιους τους φτωχούς, συμβάλει στην δημιουργία μιας αξιακής και ιδεολογικής βάσης μείωσης των κοινωνικών δαπανών και περιορισμού του κοινωνικού κράτους.

Η κυριαρχία και στο Ευρωπαϊκό επίπεδο, στα θέματα σχεδιασμού των αντίστοιχων δημοσίων πολιτικών, αντιλήψεων πως η κοινωνική πολιτική πρέπει να συρρικνωθεί για δημοσιονομικούς λόγους και να υποκατασταθεί αποκλειστικά και μόνο από «ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης» (δηλαδή κυρίως ενίσχυση των επιχειρήσεων για δημιουργία θέσεων εργασίας και κατάρτιση ανέργων ) και την φιλανθρωπία συμπληρώνει την συνολική εικόνα

2. Η φιλανθρωπία ως υποκατάστατο της δημόσιας ευθύνης.

Η ενοχοποίηση των φτωχών για την κατάστασή τους και η μεταφορά της ευθύνης για την αντιμετώπισή της αφενός μεν στους ίδιους αφετέρου δε στην «καλοσύνη των ξένων», δηλαδή στα φιλάνθρωπα αισθήματα των ευπόρων συμπολιτών τους, αποτελούν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πρόταση κοινωνικής πολιτικής. Όλα τούτα ηχούν απολύτως φυσιολογικά και αυτονόητα για όσους εμπνέονται από τις ιδέες που οδήγησαν την Βρετανίδα πρωθυπουργό Margaret Thatcher να δηλώσει : «Η κοινωνία δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι ένας ζωντανός ιστός ανδρών και γυναικών, ανθρώπων, και η ομορφιά αυτού του ιστού και η ποιότητα της ζωής μας θα εξαρτηθεί από το πόσο καθένας από εμάς είναι έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη για τον εαυτό του και ο καθένας από εμάς είναι έτοιμος να σταθεί και να βοηθήσει με δική του προσπάθεια τους λιγότερο τυχερούς «. (Στο περιοδικό Woman’s Own, 1987) ,

Τις ίδιες ιδέες που έκαναν τον Βρετανό πρωθυπουργό David Cameron να διακηρύξει την υποκατάσταση του κοινωνικού κράτους από την «Μεγάλη Κοινωνία», the Big Society, δηλαδή φιλανθρωπικά ιδρύματα, επιχειρήσεις και μεταφορά του κόστους στους χρήστες.

Η «Μεγάλη Κοινωνία» (the Big Society), δήλωσε, αφορά μια τεράστια πολιτισμική αλλαγή που θα επιτρέψει στους ανθρώπους στην καθημερινότητά τους, στα σπίτια τους, στις γειτονιές τους, στους χώρους δουλειάς τους να πάψουν να στρέφονται συνεχώς προς το Δημόσιο, την Τοπική Αυτοδιοίκηση ή το κεντρικό Κράτος για να επιλύσουν τα προβλήματά τους. Αντίθετα, να αισθάνονται και ελεύθεροι και ικανοί να βοηθούν μόνοι τους τους εαυτούς και τις κοινότητές τους. Αφορά κατοίκους που ιδρύουν νέα σχολεία, επιχειρήσεις που υποστηρίζουν εργαζόμενους να λάβουν επαγγελματική κατάρτιση, φιλανθρωπικές οργανώσεις που διοργανώνουν προγράμματα κοινωνικής επανένταξης ατόμων με παραβατική συμπεριφορά .»

Είτε ανύπαρκτη λοιπόν είτε «μεγάλη» η κοινωνία και τα προβλήματά της, τα συλλογικά προβλήματα, αποτελούν για την νεοφιλελεύθερη σκέψη ένα ενοχλητικό μέγεθος. Κυρίως διότι η αντιμετώπισή τους χρήζει δημόσιας παρέμβασης, άρα δημόσιας επένδυσης και δαπανών. Απαιτεί συνεπώς αναδιανεμητικές πολιτικές, δηλαδή δημόσια έσοδα ήτοι φορολογία.

Διότι το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα δεν αντιτίθεται στην άδικη, μη εστιασμένη, υπερβολική, αποτρεπτική προς το επιχειρείν, αναποτελεσματικά εισπραττώμενη και αντιπαραγωγικά δαπανόμενη φορολογία. Αντιτίθεται στην φορολογία γενικώς. Αντιτίθεται στις αναδιανεμητικές πολιτικές, στην δημόσια επίλυση των συλλογικών προβλημάτων, στην ίδια την έννοια των συλλογικών προβλημάτων, στην έννοια της κοινωνικής πολιτικής. Τα κοινωνικά προβλήματα δεν είναι παρά άθροισμα ατομικών προβλημάτων. Η δε καταλληλότερη αντιμετώπισή τους είναι η ατομική ευθύνη και η φιλανθρωπία. Η επίκληση δηλαδή και η αναμονή – για να θυμηθούμε και την Μπλανς Ντυμπουά,  ηρωίδα του Τενεσσί Ουίλιαμς – της «καλοσύνης των ξένων» .

Βεβαίως ουδείς λόγος υπάρχει να αρνηθεί κανείς την συνδρομή των καλοπροαίρετων ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων, που διαθέτουν τα οικονομικά μέσα και την βούληση να υποστηρίξουν υλικά και ηθικά τους πάσχοντες συνανθρώπους τους. Κληροδοτήματα, εταιρική κοινωνική ευθύνη, φιλανθρωπικά σωματεία μπορούν να προσθέσουν τους πόρους και την τεχνογνωσία τους στην εφαρμογή της κοινωνική πολιτικής. Η αρωγή των ιδιωτών όμως  – η «καλοσύνη των ξένων» – δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει τον κοινωνικό ρόλο του κράτους. Κατ’ αρχήν μια πανσπερμία ασύνδετων ιδιωτικών πρωτοβουλιών μπορεί να καλύψει – σημειακά και σποραδικά- ανάγκες εφαρμογής κοινωνικών προγραμμάτων.  Δεν είναι όμως σε θέση να διασφαλίσει τον συνολικό σχεδιασμό μιας συνεκτικής πολιτικής. Κατά δεύτερον, και εξ ίσου σημαντικό, δεν μπορεί να διασφαλίσει την καθολικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων και της πρόσβασης στα ωφέλη των κοινωνικών προγραμμάτων. Της φιλανθρωπίας επωφελούνται μόνο όσοι έχουν την τύχη να διασταυρωθούν με τους καλούς ξένους. Όσοι κατορθώσουν να τραβήξουν την προσοχή τους και να καταστούν επιλέξιμοι για τον οίκτο τους.

3. Κοινωνική πολιτική και κοινωνικό κράτος.

Η κοινωνική πολιτική, όπως κάθε μορφή ορθολογικής παρέμβασης προς αντιμετώπιση των συλλογικών προβλημάτων δεν μπορεί να ασκείται εκ των ενόντων με λογικές «βλέποντας και κάνοντας» («muddling through» ) για να θυμηθούμε τον Charles Edward Lindblom. Δεν μπορεί να εξαρτάται από τις συμπτώσεις και τα παράθυρα ευκαιρίας σε μια λογική χαοτικής τυχαιότητας στα οποία αναφέρεται το garbage can model των March και Olsen. Χρειάζεται αντιθέτως η κοινωνική πολιτική να διασφαλίζει αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα, προβλεψιμότητα και καθολικότητα, . Να ασκείται δηλαδή συστηματικά και σχεδιασμένα.

Ασφαλώς η καθολικότητα και συστηματικότητα της κοινωνικής πολιτικής δεν συνεπάγονται γενικευμένη πρόσβαση άνευ κριτηρίων. Δεν πρέπει να δημιουργούν εξαρτήσεις και άμεση ή έμμεση «ιδρυματοποιηση». Η ουσιαστική αντιμετώπιση τόσο της φτώχειας όσο και της αναπηρίας απαιτεί και προϋποθέτει αυτάρκεια και αυτόνομη διαβίωση δια της εργασίας. Η εργασία άλλωστε, ως δημιουργική δραστηριότητα, είναι αναγκαία και για την ψυχολογική ενδυνάμωση των ατόμων που κινδυνεύουν να βρεθούν στο κοινωνικό περιθώριο. Αυτή όμως η αναγκαία αυτονομία και αυτάρκεια, οικονομική κυρίως, έχει τα χρονικά, σωματικά και ψυχικά όριά της. Δεν προκύπτει αυτόματα. Χρειάζεται να υποστηριχθεί από ένα δίχτυ ασφαλείας και μάλιστα για επαναλαμβανόμενες χρονικές περιόδους. Για τούτο τον λόγο μια πολυδιάστατη και αποτελεσματική κοινωνική πολιτική είναι απαραίτητη. Όπως απαραίτητοι είναι και οι δημόσιοι μηχανισμοί άσκησης της. Οι μηχανισμοί του κοινωνικού κράτους.

Το σύγχρονο κοινωνικό κράτος πρέπει όμως να είναι ευφυές. Να διδαχθεί από τις εμπειρίες και τις αποτυχίες του παρελθόντος. Να ασκεί επί παραδείγματι προσεκτικά εστιασμένες πολιτικές προκειμένου να μεγιστοποιείται η κοινωνική ωφέλεια από την εκάστοτε δημόσια δαπάνη. Να διασφαλίζει ότι οι παραγόμενες αξίες χρήσης θα φθάνουν στους τελικούς αποδέκτες και πως τα επενδυόμενα κονδύλια δεν θα τροφοδοτούν απλώς τους ενδιάμεσους εφαρμοστικούς μηχανισμούς. Να χρησιμοποιεί σύγχρονες μεθόδους σχεδιασμού και εφαρμογής πολιτικών, όπως η ανάλυση κανονιστικων επιπτώσεων και η βελτιστοποιηση της σχέσης κόστους – ωφέλειας.

Απαιτείται δηλαδή ένα κοινωνικό κράτος ποιοτικό, αποτελεσματικό και αποδοτικό, ικανό να μεγιστοποιεί ποιοτικά και ποσοτικά την παραγόμενη κοινωνική ωφέλεια ελαχιστοποιώντας αντιστοίχως το απαιτούμενο κοινωνικό κόστος. Αυτή είναι μια αναγκαία αρχή άσκησης κοινωνικής πολιτικής δεδομένου ότι οι κοινωνικές ανάγκες είναι απεριόριστες ενώ οι δημόσιοι πόροι, συγκριτικά, πάντα περιορισμένοι.

Οι κοινωνικές πολιτικές είναι από την φύση τους αναδιανεμητικές πολιτικές άρα απαιτούν παραγωγή πλούτου, από την αγορά κατ αρχήν και  – γιατί όχι – από τον κοινωνικό τομέα της οικονομίας καθώς και ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το πολιτικό υποκείμενο που ιστορικά περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον συνέβαλε στην διαμόρφωση των κοινωνικών πολιτικών και ταυτίστηκε με την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους υπήρξε η – ευρωπαϊκή πρωτίστως- Σοσιαλδημοκρατία. Μια από τις βασικές αιτίες της  εκλογικής παρακμής της υπήρξε ακριβώς το γεγονός ότι εγκατέλειψε το προνομιακό πεδίο της πολιτικής της παρέμβασης, αυτό των κοινωνικών δικαιωμάτων και της καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι το ότι τα θέματα της κοινωνικής αδικίας και των ανισοτήτων έχοντας υποβιβαστεί στην πολιτική ατζέντα της κεντροαριστεράς κατέληξαν έρμαιο στα χέρια των αυταρχικών λαϊκιστών.  Και εκεί χρησιμοποιούνται ως εργαλείο πειθαναγκασμού των κοινωνιών προκειμένου να αποδεχθούν τις πολιτικές του αυταρχισμού και της «περιορισμένης δημοκρατίας».

Η μεγάλη λοιπόν πρόκληση για την σύγχρονη Σοσιαλδημοκρατία είναι να βρει τρόπους προκειμένου να ανακτήσει τον ιστορικό ρόλο της ως η κατ’ εξοχήν πολιτική δύναμη της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής μεταρρύθμισης. Αυτός είναι ο ασφαλέστερος τρόπος αντιμετώπισης του αυταρχικού λαϊκισμού. Ταυτόχρονα, μια αποφασιστική στροφή της Σοσιαλδημοκρατίας  στις ιστορικές της ρίζες και στην κοινωνική της ταυτότητα θα αποτελέσει και την μεγάλη, αν όχι την μοναδική, ευκαιρία διάσωσης του, αναντικατάστατου, κοινωνικού κράτους .

Θεόδωρος Ν. Τσέκος είναι καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης, ΤΕΙ Πελοποννήσου & Μέλος της Συντονιστικής Γραμματείας των «Κινήσεων Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία».

ΣΧΟΛΙΑ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.