«ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΪΚΙΣΜΟ, ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ», του Θεόδωρου Τσέκου

Ο Νίκος Μπίστης δημοσίευσε προ ημερών στο Caller  ένα άρθρο που συνιστά πράγματι τροφή για σκέψη (https://thecaller.gr/opinion/arthro-mpistti/).

Με αφορμή τις γαλλικές εκλογές αλλά και τις γενικότερες εξελίξεις στην Ευρώπη -και αναφερόμενος σε τοποθετήσεις του  Jürgen Habermas – επισημαίνει πως η κεντρο-αριστερά περιορίζεται στο να διαπιστώνει τον αυξανόμενο αντιευρωπαϊσμό και να ανάγει όλα τα προβλήματα στον λαϊκισμό, αγνοώντας ότι οι δύο αυτές δυναμικές προκαλούνται από πραγματικές οικονομικές, κοινωνικές και θεσμικές  δυσλειτουργίες στις οποίες η ίδια οφείλει να απαντήσει.

Οι τοποθετήσεις του Habermas  αλλά και οι επισημάνσεις του  Ν. Μπίστη είναι ορθές.

Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της Γαλλικής ψήφου

Σύμφωνα με έρευνα του έγκυρου  Ipsos για τις γαλλικές προεδρικές οι άνεργοι  ψήφισαν κατά 57%  λαϊκιστές (31% Mélenchon και 26% Le Pen) και κατά 21% την φιλοευρωπαϊκή κεντροαριστερά (14% Macron και 7% Hamon ).

Από τους ψηφοφόρους που λένε ότι «τα βγάζουν πέρα πολύ δύσκολα» το 65% ψήφισε τους λαϊκιστές (43% Le Pen,  και 22% Mélenchon) και μόλις το 18% κεντροαριστερά (13% Macron και 5% Hamon ) .

Επίσης  οι χαμηλόμισθοι ( για την Γαλλία κάτω από 1250 ευρώ) ψήφισαν κατά 57%  λαϊκιστές (32% Le Pen  και 25% Mélenchon) και κατά 21% κεντροαριστερά (14% Macron και 7% Hamon ).

Οι χαμηλών προσόντων ψηφοφόροι (χωρίς απολυτήριο λυκείου) επέλεξαν κατά 47%  λαϊκιστές (30% Le Pen,  και 17% Mélenchon) και κατά 23% κεντροαριστερά (19% Macron και 4% Hamon).

Τέλος οι νέοι ψηφοφόροι (18-24) επέλεξαν κατά 51%  λαϊκιστές (30% Mélenchon και 21% Le Pen) και κατά 23% κεντροαριστερά (19% Macron και 4% Hamon).

Αν περιορίσουμε την σύγκριση μόνο μεταξύ των δύο υποψηφίων που πέρασαν στον δεύτερο γύρο βλέπουμε ότι :

Le Pen ψήφισαν μαζικά το μισθωτοί αλλά  και το «πρεκαριάτο» δηλαδή οι εργαζόμενοι με συμβάσεις βραχείας διάρκειας και περιορισμένα δικαιώματα. Ειδικότερα το 37% των εργατών και το 32% των υπαλλήλων επέλεξε να υποστηρίξει την υποψήφια του Εθνικού Μετώπου.

Η Le Pen  προηγείται  με 25% μεταξύ εκείνων που πιστεύουν ότι τα πράγματα χειροτερεύουν και πως η νέα γενιά θα ζήσει χειρότερα από την σημερινή καθώς και μεταξύ εκείνων με τα χαμηλότερα εισοδήματα : με 32% στα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα μικρότερο από 1250 € ανά μήνα και με  29% στα εισοδήματα 1250 € -2000 €.

Αντίθετα, ο Macron προηγείται με 32% μεταξύ όσων υποστηρίζουν ότι  «τα βγάζουν πέρα εύκολα»,  με 35% σε όσους πιστεύουν ότι η κατάσταση βελτιώνεται διαρκώς και ότι η νέα γενιά θα ζήσει καλύτερα και γενικότερα  μεταξύ των πλουσιότερων ψηφοφόρων:  με 32% μεταξύ εκείνων με μηνιαίο εισόδημα πάνω από 3000 € και με 25% μεταξύ εκείνων που έχουν μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα  2.000 € – 3.000 €. Προηγείται επίσης στους ψηφοφόρους με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης: με 30% στους κατόχους μεταπτυχιακών και διδακτορικών διπλωμάτων και με 26% στους πτυχιούχους ΑΕΙ

Η οικονομική / ταξική (αλλά και η κοινωνική / ηλικιακή) βάση της ψήφου γίνεται προφανής. Η ψήφος των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων στις λαϊκίστικες και ευρωσκεπτικιστικές προτάσεις είναι δύο ή και τρείς φορές υψηλότερη από εκείνη στη φιλοευρωπαϊκή κεντροαριστερά. Δεν θα πρέπει συνεπώς να αποδίδουμε τα πάντα  στον λαϊκισμό και να αγνοούμε τις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές αιτίες των πραγμάτων.

Τι είναι ο λαϊκισμός …

Ο λαϊκισμός δίνει λανθασμένες απαντήσεις σε πραγματικά ερωτήματα, για τα οποία όμως οι άλλες πολιτικές οικογένειες, της σοσιαλδημοκρατίας  συμπεριλαμβανομένης, αδιαφορούν ή απαντούν με αποτυχημένες συνταγές : τα προβλήματα που προκύπτουν από την ανεξέλεγκτη αγορά επιχειρούν να τα επιλύσουν με περισσότερη αγορά.

Επιτρέπουν έτσι στον λαϊκισμό να κερδίζει ακροατήρια μεταξύ των πλέον αδυνάμων κοινωνικών ομάδων, αυτών δηλαδή που μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν προνομιούχο κοινό της κεντροαριστεράς αλλά και της φιλοευρωπαϊκής αριστεράς.

Ωστόσο δεν θα πρέπει να φθάσουμε στο άλλο άκρο αγνοώντας ή υποβαθμίζοντας τον λαϊκισμό. Ιστορικά και σε όλες του τις εκδοχές συνιστά απειλή για την κοινωνική πρόοδο και την δημοκρατία και πρέπει να αντιμετωπιστεί. Για να τον αντιμετωπίσουμε όμως πρέπει να τον κατανοήσουμε. Και για να τον κατανοήσουμε πρέπει πρώτα να τον ορίσουμε.

Κατ’ αρχήν πρέπει να αποφευχθεί η υπερ-γενίκευση που παρατηρείται πρόσφατα : ότι αντιπαρατίθεται στις νέο-φιλελεύθερες ιδέες και ότι στέκεται κριτικά απέναντι στις αδυναμίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν είναι απαραίτητα λαϊκισμός.

Λαϊκισμός είναι:

  • η υπεραπλούστευση των καταστάσεων και των προβλημάτων,
  • η αναγωγή των οικονομικών και κοινωνικών δυσχερειών σε μια βασική αντίθεση: την σύγκρουση μεταξύ ενός αδιαφοροποίητου χειμαζόμενου «λαού» και των σκοτεινών ξένων (πρωτίστως) και εγχωρίων δυνάμεων που απεργάζονται την δυστυχία του,
  • η συνωμοσιολογία,
  • η αναδίπλωση στην σιγουριά μιάς αμυντικής εθνικής ταυτότητας και μιάς κλειστής επικράτειας
  • η αβασάνιστη εξαγγελία πρόχειρων λύσεων,
  • η ισοπεδωτική απαξίωση των υφιστάμενων θεσμών και βεβαίως
  • η προσωποποίησή της διεξόδου στις προμηθεϊκές ικανότητες ενός ισχυρού ηγέτη.

Τα χαρακτηριστικά αυτά εμφανίζονται σε δύο εκδοχές,

  • μια δεξιά, που δίνει έμφαση στην τάξη, την ασφάλεια και στην επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν και
  • μία αριστερή, που υπόσχεται την πραγμάτωση του εξισωτικού ιδανικού αλλά και αφήνει να υπονοηθεί πως αυτό θα διασφαλισθεί με απλές λύσεις και ήσσονα προσπάθεια.

… και πως μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε.

Ο λαϊκίστικος λόγος είναι απλός, κατανοητός από το ευρύ  κοινό και ιδιαίτερα πειστικός, ειδικά κατά τις περιόδους κρίσεων και ιδίως της τρέχουσας κρίσης που γεννήθηκε μέσα από την εξαιρετική πολυπλοκότητα της παγκοσμιοποίησης και συνοδεύεται από την αδυναμία μιάς μεγάλης μερίδας των πολιτών, που θίγονται οικονομικά και υποβαθμίζονται κοινωνικά, να κατανοήσουν την σύνθετη πραγματικότητα και τα διακυβεύματά της.

Ο λαϊκισμός για να ηττηθεί πρέπει να αντιμετωπιστεί στο γήπεδό του, αυτό της διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης. Οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει κατ’ αρχήν να σταθούν κριτικά απέναντι στην επικυριαρχία των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών και να περιορίσουν δραστικά τον καπιταλισμό-καζίνο.  Θα πρέπει να εγγυηθούν με καινοτόμες πολιτικές, αλλά αποφεύγοντας την παγίδα του προστατευτισμού, την επιστροφή στην παραγωγική οικονομία με μια περισσότερο ισόρροπη γεωγραφική κατανομή της βιομηχανίας και με τον περιορισμό της μονοκαλλιέργειας των υπηρεσιών σε ένα βιώσιμο και κυκλικό μοντέλο ευημερίας και ανάπτυξης.

Θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την απώλεια θέσεων εργασίας που προκύπτει από την αυτοματοποίηση της παραγωγής και την ψηφιοποίηση της διοίκησης. Θα πρέπει να αντιπαλέψουν και να εξισορροπήσουν την  υφιστάμενη τάση οι χαμένες θέσεις στην μεταποίηση και την διοίκηση να αντικαθίστανται από κακοπληρωμένες θέσεις μερικής απασχόλησης στον τομέα των υπηρεσιών.

Δεν πρέπει να ταυτίζουμε τον λαϊκισμό με την κριτική στην ευρωπαϊκή πορεία. Η Ενωμένη Ευρώπη είναι το όραμά μας και ο τελικός μας προορισμός. Το να σταθούμε όμως κριτικά απέναντι στις πολύ σημαντικές αδυναμίες της και να τις διορθώσουμε είναι προϋπόθεση για την ολοκλήρωσή της. Η δραστική αναβάθμιση της ενωσιακής διακυβέρνησης με ενίσχυση του ρόλου του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου όπου θα μετέχουν ενιαία ευρωπαϊκά κόμματα , η ενίσχυση της κοινωνικής Ευρώπης και η περιφερειακή ισορροπία μέσα από την ουσιαστική αύξηση του ενωσιακού προϋπολογισμού αλλά και η εξισορρόπηση των ενδο-κοινοτικών συναλλαγών με μείωση των Γερμανικών πλεονασμάτων είναι βήματα αναγκαία για την ενίσχυση της ενοποίησης.

Ο κρατισμός με κύρια χαρακτηριστικά τον συγκεντρωτισμό των αποφάσεων και την εξάρτηση των κοινωνικών ομάδων αλλά και των παραγωγικών δυνάμεων από την διανομή κρατικών πόρων είναι φαινόμενο αρνητικό. Ευνοεί την πελατειακή, αντιπαραγωγική και άδικη διανομή εισοδημάτων και αποθαρρύνει την πρωτοβουλία και την καινοτομία. Το αντίδοτο του κρατισμού δεν είναι όμως η αγορά. Δεν είναι η υπαγωγή της πολιτικής στην οικονομία.  Είναι η πολυεπίπεδη και συμμετοχική διακυβέρνηση που διασφαλίζει την ελευθερία της αγοράς χωρίς να την υποκαθιστά στην κοινωνική ισορροπία και την δημοκρατική διαδικασία.

Όλα τα παραπάνω θα πρέπει να εξειδικευθούν σε λεπτομερή, ρεαλιστικά, χρονοπρογραμματισμένα και κοστολογημένα προγράμματα δημοσίων πολιτικών. Αυτό όμως δεν αρκεί. Τα τεχνοκρατικά προγράμματα είναι προϋπόθεση επιτυχούς διακυβέρνησης  αλλά ακατάλληλα εργαλεία πολιτικής επικοινωνίας. Ο προοδευτικός δημοκρατικός χώρος θα πρέπει να εργαστεί σοβαρά για την διατύπωση ενός νέου οράματος απλά διατυπωμένου και περιεκτικού που θα απευθύνεται όχι μόνο στα μεσαία στρώματα αλλά και στις αδύναμες κοινωνικές ομάδες ώστε να μπορέσει να αποτελέσει την βάση μιάς νέας κοινωνικής πλειοψηφίας.

Ο Θεόδωρος Ν. Τσέκος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής της Δημόσιας Διοίκησης και μέλος της Συντονιστικής Γραμματείας των Κινήσεων Πολιτών Για την Σοσιαλδημοκρατία.

 

ΣΧΟΛΙΑ