Γιατί σοσιαλδημοκρατία σήμερα; εισήγηση του Κώστα Διαμαντή

Τοποθέτηση στις περιφερειακές εκδηλώσεις 7-8/5/2016

sosialΣήμερα, η χώρα βιώνει μια ιστορική κρίση της οποίας το τέλος δυστυχώς δεν είναι ορατό. Η σημερινή κυβέρνηση, με τον τρόπο που πολιτεύεται, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική κατάρρευση, την εθνική απομόνωση, τη διεθνή απαξίωση.

Δύο είναι τα κρίσιμα ερωτήματα στα οποία καλούνται να απαντήσουν οι πολίτες που βρίσκονται στο χώρο της κεντροαριστεράς ή γενικότερα του φιλοευρωπαϊκού μεταρρυθμιστικού κέντρου, και βλέπουν ότι η σημερινή κατάσταση είναι αδιέξοδη και καταστροφική:

  • Είναι αναγκαία η σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα;
  • Αν ναι, πώς μπορεί συγκροτηθεί σε ισχυρό κίνημα εξουσίας;

Την εποχή που στην Ευρώπη αναπτύσσονταν η σοσιαλδημοκρατία, με αποτέλεσμα να αποτελέσει τον κυρίαρχο πολιτικό χώρο που θεμελίωσε το κοινωνικό κράτος, στην Ελλάδα κυριαρχούσε κατά κύριο λόγο το δίπολο της συντηρητικής – φιλοβασιλικής δεξιάς και του φιλελεύθερου-αντιβασιλικού κέντρου, με κυρίαρχα όμως στοιχεία το πολιτειακό και την μετεμφυλιακή κατανομή εξουσίας. Ο τρίτος επίσης πόλος, αυτός της ΕΔΑ συγκροτείται με άξονα το ορθόδοξα μαρξιστικό ΚΚΕ και θέτει και αυτός προτάγματα διαφορετικά από αυτά της σοσιαλδημοκρατίας, για λόγους ιδεολογικούς και ιστορικούς.

Ουσιαστικά η σοσιαλδημοκρατία αποκτά υπόσταση κατά τη μεταπολίτευση όπου,

-αφενός μεν το ΠΑΣΟΚ, κατά τη διάρκεια της ανόδου και της εξουσίας του, συσπείρωσε ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας βασισμένο σε σοσιαλδημοκρατικά ιδεολογικά θεμέλια (η πολιτική των αυξημένων δημοσίων δαπανών, οι νόμοι για το ΕΣΥ, για το οικογενειακό δίκαιο και την ισότητα των φύλων, την κοινωνική ασφάλιση, το συνδικαλισμό και την εκπαίδευση είχαν το χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής), «εμπλουτισμένα» όμως με ανοίγματα προς τις σοσιαλιστικές χώρες και τα επαναστατικά κινήματα του τρίτου κόσμου, σε επίπεδο κυρίως ρητορικής

-αφετέρου δε, το ίδιο διάστημα, υπήρξαν κόμματα, ομάδες και πολίτες, που ναι μεν δεν εντάσσονταν στο όλο και περισσότερο προσανατολισμένο στη διαχείριση του κράτους ΠΑΣΟΚ, είχαν όμως σαφή σοσιαλδημοκρατικό – φιλοευρωπαϊκό – μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό.

Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ υπήρξαν και παθογένειες, οι οποίες είτε εμφανίστηκαν για πρώτη φορά είτε, κυρίως, προϋπήρχαν. Κρατισμός, πελατειακές σχέσεις, εκτροπή του συνδικαλισμού σε φορέα νομής της εξουσίας και αποκλειστικού σχεδόν διαμορφωτή πολιτικής, ισχυροποίηση συντεχνιών, αδυναμία εγκαθίδρυσης σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών δεν ήταν εφευρέσεις του ΠΑΣΟΚ (εκτός ίσως του συνδικαλισμού). Αναπτύχθηκαν χάρη -και αυτή είναι η ειρωνεία- στην ένταξη όλο και πιο πλατιών στρωμάτων της κοινωνίας στο παιχνίδι της νομής της εξουσίας, σε  μια κοινωνία που ήταν ανώριμη να αντιμετωπίσει αυτό το βάρος.

Από την έναρξη της κρίσης των μνημονίων, το ΠΑΣΟΚ χρεώθηκε την απογοήτευση και τον θυμό που προκάλεσε το τέλος του «ονείρου» και των ψευδαισθήσεων. Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας δεν θέλησε να κοιτάξει την πραγματικότητα στο σύνολό της και προτίμησε να δει μόνο τις διαστάσεις εκείνες που ψυχολογικά του ήταν πιο ανεκτό: των ευρωπαϊκών δυσλειτουργιών και οικονομικών ανισοτήτων εντός μιας ανολοκλήρωτης ΟΝΕ και τα σκάνδαλα των πολιτικών και της εγχώριας και διεθνούς άρχουσας τάξης. Απουσίασε όμως η κριτική

-στην άρνηση του πολιτικού προσωπικού να προωθήσει μεταρρυθμίσεις,

-στην επιμονή του να συγκροτεί τη δράση του γύρω από την εξυπηρέτηση πελατειακών σχέσεων και συντεχνιακών συμφερόντων και

-στην αποφυγή εκ μέρους του οποιασδήποτε σύγκρουσης με κατεστημένες από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους παθογένειες.

Ο λόγος, και είναι προφανές αυτό, ήταν πως όλα αυτά άγγιζαν και τους ίδιους τους πολίτες, οι οποίοι θα έπρεπε να μείνουν στο απυρόβλητο.

Συγχρόνως, συνολικά ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας, παρασύρθηκε από την πτώση του ΠΑΣΟΚ, γιατί δεν μπόρεσε να αναδειχθεί, συγχρόνως με αυτή την πτώση, ένας διακριτός πολιτικός μεταρρυθμιστικός λόγος.

Όσα έχουν προηγηθεί, από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν διαμορφώσει ένα εντελώς νέο σκηνικό στα πολιτικά πράγματα, με αλλαγές που ακόμη συντελούνται, αλλά ήδη έχουν δώσει τα πρώτα δείγματα: Η εμπλοκή κομμάτων με τη διαχείριση των μνημονίων, μέσα από διάφορες παλινωδίες τους, που εν πολλοίς επέτειναν αντί να αμβλύνουν την κρίση, είτε τα αποδυνάμωσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό (ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) είτε τα οδηγούν τελικά σε προσπάθειες  αλλαγής του χαρακτήρα τους (ΝΔ). Ένα μεγάλο δε κομμάτι της κοινωνίας στράφηκε προς τον εθνολαϊκισμό (ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ) και θα παραμείνει εκεί, αναζητώντας ίσως νέα σχήματα που θα το εκφράσουν.

Μεγάλο κομμάτι δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, που αποδέχτηκαν το βάρος του να κοιτάξουν την κρίση κατάματα, με τη σκέψη στο πώς αυτή θα μπορούσε να ξεπεραστεί και όχι στο σε ποιον θα επιρριφτούν οι ευθύνες (απλά και μόνο για λόγους ψυχολογικής κάθαρσης), τώρα στρέφονται είτε προς την μετακινούμενη (ρητορικά τουλάχιστον) προς το μεταρρυθμιστικό κέντρο δεξιά, είτε μένουν ανέστιοι αναμένοντας τις εξελίξεις στο χώρο της κεντροαριστεράς.

Εντέλει, η χώρα χρειάζεται τη σοσιαλδημοκρατία; Και ποια είναι η διαφορά της από τις άλλες γνωστές εναλλακτικές;

Από τη μια πλευρά έχουμε την «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ. Μια «αριστερά» που κινούμενη με συνέπεια σε νέο ή ακόμη και παραδοσιακές μαρξιστικές λογικές, αδυνατεί να συντονιστεί με τις διεθνείς συνθήκες, πολιτικές και οικονομικές, και αρέσκεται να φαντασιώνεται τσαβικές επαναστάσεις ή ανατροπές του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, χωρίς παράλληλα να θίγει την παραμικρή παθογένεια στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, ακόμη και αυτές που έχει διακηρύξει ως κυρίαρχους εχθρούς της όπως τη διαπλοκή.

Από την άλλη υπάρχει η μεταρρυθμιζόμενη (τουλάχιστον σε εκφρασμένες προθέσεις) δεξιά που, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του νέου της αρχηγού, κινείται από την κρατικιστική λαϊκή δεξιά, προς το φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό χώρο –χωρίς όμως προς το παρόν να απαλλάσσεται από ανθρώπους και αντιλήψεις που συνεχίζουν να σηματοδοτούν το λαϊκίστικό της παρελθόν-.

Ο πολιτικός χώρος της κεντροαριστεράς ή της σοσιαλδημοκρατίας, όρος που προτιμώ να χρησιμοποιώ καθώς έχει σαφέστερα πολιτικά και ιδεολογικά σημαινόμενα, διαφέρει σημαντικά και από τους δύο και βασίζεται στους πυλώνες

-του ευρέως μεταρρυθμιστικού προγράμματος

-του οικονομικού εκσυγχρονισμού που συντονίζεται με τους κανόνες της αγοράς και τους χρησιμοποιεί προς όφελος της ανάπτυξης

-της κοινωνικής προστασίας, ώστε οι προηγούμενοι κανόνες να λειτουργούν προς όφελος των ανθρώπων και προς τη γενικότερη ευημερία και κοινωνική δικαιοσύνη

-του θεσμικού εκσυγχρονισμού προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης και ισχυροποίησης μιας κοινωνίας, ενός κράτους και ενός πολιτικού συστήματος που θα βασίζονται στις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, δηλαδή της δημοκρατίας, των αστικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ούτε λοιπόν ο κρατισμός και η προσκόλληση σε αποτυχημένες και ιδεοληπτικές συνταγές του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός των τυφλών απολύσεων και της ανεξέλεγκτης αγοράς του Μητσοτάκη μπορούν να εκφράσουν τον κόσμο που πιστεύει σε αυτά. Γι αυτό θεωρώ πως ένας μεγάλος, ενιαίος και ισχυρός σοσιαλδημοκρατικός πολιτικός φορέας είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει διέξοδο στη χώρα.

Το ερώτημα είναι τώρα: μπορεί και πώς, να συγκροτηθεί το συντομότερο δυνατό αυτός ο φορέας;

Δύο είναι οι δρόμοι που μπορεί να πάρει αυτή η διαδικασία:

– Ο ένας είναι όλοι οι φορείς που κινούνται σε αυτό τον ιδεολογικό χώρο, μέσα από μια διαδικασία διαπραγμάτευσης πολιτικών θέσεων και αναλογικής κατανομής ρόλων να οδηγηθούν προς τη δημιουργία μια πολιτικής συνομοσπονδίας τύπου Ελιάς, όπου όλοι οι υπάρχοντες σχηματισμοί θα έχουν διακριτή θέση, οι πολιτικές θα καθορίζονται με συνεχείς διαβουλεύσεις και τα όργανα θα καθορίζονται είτε με αναλογικότητα είτε με ψηφοφορίες.

-Ο άλλος είναι, όλοι εθελοντικά και επειδή το πιστεύουν, να προσανατολιστούν σε μια εξαρχής, χωρίς ηγεμονισμούς, προαπαιτούμενα και  με ανοιχτές διαδικασίες διαδικασία και να θέσουν τα πολιτικά και οργανωτικά θεμέλια για έναν νέο – ενιαίο – μεγάλο κομματικό φορέα της σοσιαλδημοκρατίας.

Εκτιμώ πως η πρώτη περίπτωση είναι επιλογή που έχει μέσα της τον σπόρο της σύγκρουσης μηχανισμών, της διάλυσης και της αποσύνθεσης και δεν είναι ανάγκη η κεντροαριστερά να περάσει από αυτή τη διαδικασία.

Η δεύτερη είναι πιο δύσκολη οργανωτικά και πρέπει τα μέλη όλων των χώρων να επιδείξουν θέληση να ξεφύγουν από το παρελθόν. Δεν είναι καθόλου εύκολο και θα πάρει χρόνο. Είναι όμως πιστεύω αυτό που περιμένει ο πολύς κόσμος και θα το αγκαλιάσει αν συμβεί.

 

ΣΧΟΛΙΑ